12 Μαρτίου 2014

Η αλλοτρίωση στην εργασία

Untitled-1 copy

Σύντομος Ορισμός

Από βικιλεξικό για αλλοτρίωση = η αποξένωση, απώλεια, εκποίηση, μεταβίβαση κυριότητας κάποιου πράγματος σε άλλον.

Εισαγωγή

Η αλλοτρίωση - αποξένωση στην εργασία αποτελεί παράγοντα κομβικής σημασία για τη ζωή των ατόμων στις σύγχρονες κοινωνίες αλλά και σε παλαιότερες ιστορικές κοινωνικές μορφές, καθώς σχετίζεται σε βάθος με τη φύση και την ύπαρξη του ανθρώπου.  Το ζήτημα αυτό έχει απασχολήσει κατά καιρούς διάφορους διανοητές και έχει γίνει αντικείμενο έντονου διαλόγου και αντιπαραθέσεων, με αποτέλεσμα να έχει πια διερευνηθεί από διάφορες σκοπιές και να έχουν φωτιστεί πολλές διαφορετικές πλευρές του. Στην παρούσα εργασία όπως είναι φυσικό, μας ήταν αδύνατον να εξαντλήσουμε όλες τις σκοπιές και όλες τις πλευρές, οπότε περιοριστήκαμε στο να καταπιαστούμε με εκείνες που θεωρήσαμε αρκετά σημαντικές για την κατανόηση του όρου. Έγινε προσπάθεια να μην είναι η οπτική μας μονόπλευρη, για αυτό και παρουσιάζονται διαφορετικές μεταξύ τους θεωρίες, που σε πολλά σημεία εκφράζουν και αντικρουόμενες απόψεις.
Η εργασία είναι χωρισμένη σε δυο κύριες ενότητες. Στην πρώτη ενότητα μας απασχολεί η μαρξική έννοιας της αλλοτρίωσης, αφού η θεωρία του Μαρξ για την αλλοτρίωση θεωρείται από πολλούς ότι αποτελεί το θεμέλιο πάνω στο οποίο βασίστηκαν παραπέρα θεωρίες και κριτικές. Η ενότητα είναι χωρισμένη σε δυο υποενότητες. Στην πρώτη υποενότητα παρουσιάζονται συνοπτικά οι θέσεις του Χέγκελ και του Φούερμαχ, από τους οποίους θεωρείται ότι επηρεάστηκε ο Μαρξ, ενώ στη δεύτερη υποενότητα παρουσιάζεται η θέση του ίδιου του Μαρξ για την αλλοτρίωση στην εργασία.
Στη δεύτερη ενότητα, που αποτελείται από 4 υποενότητες, μας ενδιαφέρει να διερευνήσουμε τον ρόλο και την επιρροή της αλλοτρίωσης στις σύγχρονες κοινωνίες. Για να πετύχουμε αυτό το σκοπό παρουσιάζουμε τους κεντρικούς άξονες των θεωριών, στο βαθμό που αυτές σχετίζονται με την αλλοτρίωση, διαφόρων θεωρητικών όπως είναι ο Dejours, ο Le Goff κ.α. Η μαρξική οπτική λαμβάνεται υπόψη και στη δεύτερη ενότητα, αφού κατά την άποψη του γράφοντος, αποτελεί το κλειδί για να γίνει κατανοητό το πως οι διάφορες ιστορικές κοινωνικές μορφές, αναπαράγουν την αλλοτρίωση μέσω της εργασίας, που αποτελεί μορφή θεμελίωσης τόσο των υποκειμένων, όσο και εν γένει των κοινωνιών.

1. Καταγωγή του όρου

1.1 Χέγκελ και Φούερμπαχ ή θέση τους για την αλλοτρίωση

Παρόλο που η θεωρία του Μαρξ για την αλλοτρίωση/αποξένωση είναι σήμερα μια από τις πιο γνωστές, πριν από αυτόν και άλλοι διανοητές είχαν εντοπίσει κάποιο είδος αλλοτρίωσης του ανθρώπου και είχαν προσπαθήσει να το περιγράψουν και να το διαχειριστούν. Αρχικά θα αναφερθούμε στον Φούερμπαχ και στον Χέγκελ, που έθεσαν κάποιες βάσεις και πιστεύεται ότι επηρέασαν τον Μαρξ στην θεωρία του για την αλλοτρίωση, και ύστερα στον ίδιο το Μαρξ. Αυτός μέσα από την κριτική τη σύνθεση και τον εμπλουτισμό, κατάφερε να την εξελίξει,  να παρουσιάσει μια πιο πλήρη, πιο ώριμη προσέγγιση, κριτική προς το κυρίαρχο σύστημα της εποχής του, τον καπιταλισμό, την οποία ένταξε στην γενική του κοσμοθεωρία και δεν σταμάτησε να τον απασχολεί μέχρι το τέλος της ζωής του.
Τόσο ο Χέγκελ, όσο και ο Φούερμπαχ, αλλά πρωτύτερα από αυτούς και άλλοι φιλόσοφοι όπως για παράδειγμα ο Καντ, είχαν εντοπίσει μια αναντιστοιχία ανάμεσα στην ουσία και στην ύπαρξη του ανθρώπου. Κάθε ένας από αυτούς  εξέτασε το ζήτημα αυτό και προσπάθησε να το αντιμετωπίσει από διαφορετική σκοπιά.[1] Για παράδειγμα στον Καντ, ο διαχωρισμός αυτός καταγράφεται ως εσωτερικός ανάμεσα στον ηθικό(Homo Numenon) και στον φυσικό άνθρωπο(Homo Phenomenon), ενώ στον Χέγκελ, το πνεύμα διασπάται και αποξενωμένο από τον εαυτό του, διαγράφει μια πορεία μέσα από την ανθρώπινη ιστορία, αυτογνωσίας και κατάκτησης της γνώσης. Θα λέγαμε ότι για τον Χέγκελ, το πνεύμα πραγματώνεται μέσα στην ιστορία. Ο Χέγκελ στην θέση της ηθικής τοποθετεί την ιστορία, ξεφεύγοντας έτσι από τον "ατομικιστικό" χαρακτήρα της ηθικής κατά Καντ, και περνώντας σε ένα είδος εξέλιξης της ιστορίας που αποτελεί και την ιστορία εξέλιξης του πνεύματος. Άρα η πραγμάτωση του ανθρώπου, η συνάντηση ουσίας και ύπαρξης, το τέλος του διχασμού και της αναντιστοιχίας, πραγματώνεται κατά κάποιο τρόπο στο τέλος της ιστορίας.[2]
Για τον Χέγκελ, θέση που υιοθέτησε και ο Μαρξ αργότερα, η εργασία αποτελεί δημιουργική δραστηριότητα, και ο άνθρωπος είναι προϊόν της δημιουργικής αυτής δύναμης. Στην περίπτωση όμως του Χέγκελ, η εργασία που δημιουργεί στον κόσμο των πραγμάτων(που μετουσιώνει την ύλη), έχει μέσα της το στοιχείο της αποξένωσης(από την ουσία), οπότε αξιολογεί θετικά μόνο την αφηρημένη πνευματική εργασία που οδηγεί στην αυτοσυνείδηση.[3] Βλέπουμε δηλαδή μια αντίληψη για την εργασία με ρίζες στην μακραίωνη παράδοση του ιδεαλισμού, επηρεασμένη πιθανόν και από την υποτιμητική άποψη που είχαν για την χειρωνακτική εργασία τα κυρίαρχα, "φωτισμένα" κοινωνικά στρώματα στις παραδοσιακές κοινωνίες. Αντίθετα για τον Μαρξ, η εργασία αποτελεί αναγκαία αντικειμενοποίηση του ανθρώπου, και ως διαμεσολάβηση ανάμεσα στο υποκείμενο και το αντικείμενο αποτελεί καθοριστικό συστατικό της ουσίας του[4], μπορούμε να πούμε ότι ο Μαρξ "καινοτομεί" απενοχοποιόντας τη ύλη και κατ επέκταση την χειρωνακτική εργασία η οποία την μεταχειρίζεται.
Για τον Χέγκελ, και για άλλους πριν από αυτόν(Στωικοί, Αριστοτέλης) η κοινωνικότητα του ανθρώπου αποτελεί το πιο θεμελιακό χαρακτηριστικό του. Η εικόνα το ανθρώπου ως κοινωνικό όν, αποτελεί με τη σειρά της θεμελιακό χαρακτηριστικό για την διατύπωση της θεωρίας της αλλοτρίωσης στον Μαρξ. Ο Χέγκελ αρνείται να προσδιορίσει το μέρος(δηλαδή το άτομο) χώρια από το όλο(δηλαδή την κοινωνία), για τον νεαρό Χέγκελ, ο άνθρωπος πραγματώνεται μέσα σε μια αυτοδιαχειριζόμενη ακρατική κοινωνία.[5]
Παρόλο που ο Χέγκελ αντιλαμβάνεται την χειραφέτηση(δηλαδή την πορεία προς το τέλος της αποξένωσης) ως μια διαδικασία που το μέρος βρίσκει την τελειοποίηση του στο όλον, ή διαδικασία αυτή περνά μέσα από πνευματικές διεργασίες και όχι μέσα από την αλληλεπίδραση του ανθρώπου με την ύλη. Η αποξένωση στον Χέγκελ ταυτίζεται με την αντικειμενοποίηση, όπου η αντικειμενοποίηση αποτελεί κάτι σαν την πραγμοποίηση του πνεύματος, δηλαδή την έκπτωση του, την αποξένωση από τον εαυτό του. Τα δημιουργήματα της ανθρώπινης εργασίας αποκτούν μια εξωτερική μορφή και κατά κάποιο τρόπο "καταναλώνουν" το ανθρώπινο πνεύμα, ο άνθρωπος, υποτάσσει τον εαυτό του σε αυτά τα δημιουργήματα, κάτι που τον απομακρύνει από την ουσία του, από το "καθαρό πνεύμα" που παραμένει αγνό στον κόσμο των ιδεών. Για τον Χέγκελ η διαδικασία της χειραφέτησης είναι η πορεία που κάνει η συνείδηση για να γνωρίσει τον εαυτό της, ως πνεύμα αποσπασμένο από τη φύση, που και αυτή βρίσκεται σε σχέση εξωτερική με τον άνθρωπο.[6] Πέρα από την κριτική που μπορούμε να ασκήσουμε σε αυτήν την αντίληψη, πρέπει να αναγνωρίσουμε στον Χέγκελ πως είχε εντοπίσει την αλλοτριωτική φύση των υλικών αγαθών, κάτι που μπορούμε να αξιολογήσουμε πολύ περισσότερο σήμερα, όπου ο τυφλός καταναλωτισμός έχει μετατραπεί σε καθημερινό τρόπο ζωής, και που η εργασία η ίδια αποτελεί ένα είδος αγγαρείας και καταναγκασμού. Αυτό που πιθανόν δεν μπορεί να δει ο Χέγκελ, είναι ότι το πρόβλημα δεν βρίσκεται στην ανθρώπινη εργασία και στα αγαθά αυτά καθ αυτά, αλλά στον τρόπο που αυτά παράγονται, διανέμονται, και αποκτούνται, κάτι που πολύ ξεκάθαρα εντόπισε αργότερα ο Μαρξ.
Ο Φούερμπαχ από την άλλη, θεωρεί πως αίτιο της αλλοτρίωσης του ανθρώπου είναι η θρησκευτική πίστη. Βλέπει τον "θεό" ως τον άνθρωπο σε κατάσταση αποξένωσης, μια απόδοση των ανθρωπίνων ιδιοτήτων στο θείο, που κάνει τον άνθρωπο πιο φτωχό. Για τον Φούερμπαχ η χειραφέτηση μπορεί να έρθει όταν η ανθρωπολογία θα ανατρέψει την θεολογία.  Τη θέση αυτή την υιοθετεί και ο Μαρξ, όμως προχωράει και παραπέρα, ψάχνει μέσα στην ανθρώπινη ιστορία και στις σχέσεις στις οποίες έρχονται οι άνθρωποι μεταξύ τους βρει τα αίτια που είναι υπεύθυνα για αυτού του είδους την αποξένωση.  Ο Φούερμπαχ αντίθετα, βλέπει τη φύση του ανθρώπου ως κάτι στατικό, όχι ως κάτι που μεταβάλλεται μέσα στην "κίνηση" των ανθρώπινων κοινωνιών, και έτσι μοιραία δεν μπορεί να εμβαθύνει στην κριτική του. Επίσης ο Φούερμπαχ δεν μπορεί να δει στις σχέσεις των ανθρώπων άλλο συνδετικό κρίκο πέρα από την αγάπη, εκεί που ο Μαρξ βλέπει τις σχέσεις και τις μεθόδους παραγωγής και την εξέλιξη τους στο πέρασμα του χρόνου.[7]

1.2 Η θέση του Μαρξ για την αλλοτρίωση

Για τον Μαρξ "ένα ον που δεν έχει τη φύση του έξω από αυτό το ίδιο, δεν είναι φυσικό ον[...] ένα ον που δεν έχει κανένα αντικείμενο έξω από αυτό το ίδιο δεν είναι ένα αντικειμενικό όν[...] μη αντικειμενικό ον είναι ένα μη ον. Αντίθετα από τον Χέγκελ(που θεωρούσε την χειρωνακτική εργασία αλλοτρίωση), ο Μαρξ πιστεύει ότι μέσω της δραστηριότητας του ο άνθρωπος επιφέρει μια διαμόρφωση του αντικειμενικού κόσμο με την οποία αποδεικνύει τον εαυτό του ως ειδολογική ύπαρξη. Η εργασία για τον Μαρξ αποτελεί την αντικειμενοποίηση της ουσίας του ανθρώπου ".[8] Η εργασία συνδέει τον άνθρωπο με την φύση, που τη διαμορφώνει χρησιμοποιώντας όλες τους τις δυνατότητες.
Μέσα από την εργασία ο άνθρωπος μπορεί να αυτοεπιβεβαιωθεί ως συνειδητή ύπαρξη, και ως ελεύθερη ύπαρξη, όταν η εργασία που κάνει δεν γίνεται για να καλυφθούν οι ζωώδης βιολογικές του ανάγκες. Στην διαδικασία της εργασίας οι ικανότητες του ανθρώπου μεταφέρονται στο αντικείμενο, το καθιστούν ανθρώπινο, και ταυτόχρονα εξελίσσεται και ο ίδιος.[9]
Για τον Μαρξ, η αποξένωση εμφανίζεται όταν το αποτέλεσμα της ανθρώπινης δραστηριότητας αντιστρατεύεται τον άνθρωπο σαν κάτι αλλότριο, σαν μια δύναμη ανεξάρτητη από τον παραγωγό της. Σε μια τέτοια περίπτωση ο αντικειμενικός κόσμος παίρνει τη μορφή μιας δύναμης που υποτάσσει τον άνθρωπο αντί να αποτελεί την αυτοεπιβεβαίωση του.[10] Το πρόβλημα όμως δεν βρίσκεται στην ίδια την εργασία, αλλά στις διάφορες εκδοχές που αυτή εμφανίζεται σε διαφορετικές ιστορικές περιόδους. Ο Μαρξ ενδιαφέρεται να καταργήσει την αποξενωτικού τύπου πραγμοποίηση, που προϋπήρχε του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, αλλά που αποκτά μια ιδιαίτερη μορφή στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, αυτήν του φετιχισμού του εμπορεύματος και του φετιχισμού του χρήματος.[11]
Στις πρωτόγονες κοινωνίες οι άνθρωποι ήταν δεσμώτες των ανεξέλικτων μεθόδων παραγωγής, τους ήταν δύσκολο ακόμα και να επιβιώσουν απέναντι στα εμπόδια που τους έβαζε η φύση. Έτσι κάτω από αυτές τις συνθήκες, δεν μπορούσαν να επιβεβαιώσουν την ουσία τους, αφού η κύρια τους μέριμνα ήταν η ικανοποίηση των βιολογικών τους αναγκών. Στις φεουδαρχικές και στις αρχαίες κοινωνίες, οι άνθρωποι δεν ήταν ελεύθεροι, αφού βρίσκονταν μεταξύ τους σε σχέσεις άμεσης υποτέλειας και εξάρτησης, χωρίς όμως ανάμεσα σε αυτές τις σχέσεις να παρεμβαίνουν τα πράγματα ως εμπορεύματα και το χρήμα ως το απόλυτο αγαθό. Αυτό είναι κάτι που γίνεται αργότερα με το πέρασμα στον καπιταλισμό, όπου τα "τυπικώς" ελεύθερα άτομα, κάθε άλλο παρά ουσιαστική ελευθερία κατείχαν, αφού υποτάσσονταν στην δύναμη των εμπορευμάτων και της αγοράς.[12]
Ενώ στις προκαπιταλιστικές κοινωνίες υπήρχε ένας περιορισμός, έτσι που μόνο ο αφέντης μπορούσε να πουλάει τον υπηρέτη, στις καπιταλιστικές κοινωνίες περνάμε σε μια κατάσταση που η πώληση της εργατικής δύναμης απελευθερώνεται. Η εργατική δύναμη, όπως και όλα τα υπόλοιπα αγαθά, μετατρέπεται σε εμπόρευμα και πουλιέται με την μορφή της "τυπικά" ελεύθερης εργασίας. Η εργασία αυτού του τύπου στον καπιταλισμό παραμένει καταναγκαστική, αφού είναι μονόδρομος για την επιβίωση τους τα άτομα να εργαστούν κάτω από αυτούς τους όρους. Ο παραγωγός με αυτόν τον τρόπο, πουλάει την εργατική του δύναμη σαν εμπόρευμα, έτσι φεύγει από την κυριαρχία του, αποξενώνεται απ αυτόν, και στην συνέχεια του εναντιώνεται σαν ξένη δύναμη μέσα από τους μηχανισμούς της αγοράς. Η εργασία έτσι, δεν αποτελεί μια συνειδητή ούτε ελεγχόμενη από τον παραγωγό πράξη(ούτε και στα προηγούμενα συστήματα ήταν), είναι επιβεβλημένη  από τους εργοδότες, ρυθμίζεται από την αγορά, και βρίσκεται ολότελα έξω από την ουσία του παραγωγού σαν ανθρώπινη προσωπικότητα.[13]
Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της καπιταλιστικής κοινωνίας, είναι ότι μέσα σε αυτήν, επειδή ακριβώς επικρατεί η εμπορευματοποίηση σε όλες τις σφαίρες της παραγωγής, η κοινωνικότητα περνάει από τα άτομα στα προϊόντα. Και έτσι, όπως λέει ο Μαρξ, οι ανθρώπινες σχέσεις γίνονται σχέσεις μεταξύ πραγμάτων, και οι σχέσεις των πραγμάτων μεταξύ τους, αποκτούν μια κοινωνικότητα, λες και τα πράγματα απέκτησαν ζωή. Σε μια τέτοιου είδους κοινωνία ο άνθρωπος αποξενώνεται από την κοινωνική του φύση, και η χαμένη του κοινωνικότητα κληροδοτείται στα πράγματα. Αυτό ο Μαρξ το ονομάζει φετιχισμό του εμπορεύματος.[14] Αποξενωμένος από τη δραστηριότητα του και από τους άλλους ανθρώπους, ο παραγωγός αποξενώνεται από το είδος του, από την ουσία του, αλλά και από τον ίδιο του τον εαυτό. Τα μέσα παραγωγής όχι μόνο δεν του ανήκουν, αλλά ανήκουν σε εκείνους που τον εκμεταλλεύονται, τους κεφαλαιοκράτες ιδιοκτήτες.
Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω ισχύει η σχέση:
"Ο εργάτης όσο περισσότερα αγαθά παράγει τόσο φθηνότερο εμπόρευμα γίνεται. Η υποτίμηση του ανθρώπινου κόσμου αυξάνεται σε άμεση αναλογία με την αύξηση της αξίας του κόσμου των πραγμάτων."[15]
Μπορούμε σε αυτό το σημείο να κάνουμε τον παραλληλισμό με τον Φούερμπαχ και τη θέση του για τη θρησκευτική αποξένωση που λέει ότι "όσο περισσότερο ο άνθρωπος εναποθέτει τον εαυτό του στο θεό, τόσο λιγότερο παραμένει ο εαυτός του".
Ο αλλοτριωμένος παραγωγός έχει χάσει τον έλεγχο στα
α) Μέσα εργασίας
β) Παραγόμενα προϊόντα
γ) Τον έλεγχο της εργατικής του δύναμης
δ) Έχει χάσει την άμεση και ανόθευτη επαφή του με τους άλλους παραγωγούς, στις μεταξύ τους σχέσεις, που μπορεί να τις δει μόνο μέσα από σχέσεις μεταξύ πραγμάτων
ε) Και έτσι έχει χάσει δυνατότητα να πραγματωθεί η οντολογική του φύση μέσα από την διαδικασία της παραγωγής
Αντί λοιπόν ο εργάτης να βρίσκει τον εαυτό του μέσα από την εργασία, όσο περισσότερο αυτός δουλεύει, τόσο πιο ισχυρός γίνεται ο ξένος αντικειμενικός κόσμος που δημιουργεί.  Όσο πιο πολύ δυναμώνει αυτός ο ξένος κόσμος, τόσο πιο φτωχός γίνεται ο εσωτερικός του κόσμος, αφού αναλώνεται σε αλλότριες προς τη φύση του δραστηριότητες.[16] Η ίδια η διαδικασία της παραγωγής μετατρέπεται από δυνατότητα αυτοεκπλήρωσης σε ενεργό αλλοτρίωση. Μέσα στην καπιταλιστική παραγωγή ο άνθρωπος χάνει εκτός απ' την κοινωνική και τη δημιουργική του φύση.
Η εργασία σε αυτές τις συνθήκες γίνεται κάτι αρνητικό, δεν ανήκει στη βαθύτερη ύπαρξη του εργάτη, επομένως τον κάνει μίζερο, καταναλώνει τη φυσική του ενεργητικότητα και τον απονεκρώνει σωματικά και πνευματικά. Με την εργασία ο άνθρωπος δεν ικανοποιεί τελικά κάποια βαθύτερη ανάγκη(όπως τη δημιουργικότητα του), αλλά αναγκάζεται να εργαστεί προκειμένου να καλύψει άλλες ανάγκες έξω από την εργασία αυτή καθ αυτή.[17] Το αποτέλεσμα είναι να λειτουργεί ελεύθερα μόνο στις ζωικές του λειτουργίες(ποτό-φαγητό), ενώ στις ανθρώπινες του λειτουργίες όπως είναι η κοινωνική εργασία και η δημιουργικότητα να μην είναι τίποτα περισσότερο από ένα ζώο.[18]
Ακόμα και αν ο μισθός που παίρνει ο εργάτης από την εργασία του ήταν μεγάλος, πάλι δεν θα μπορούσε να τον αποζημιώσει με κανέναν τρόπο για την απώλεια της ανθρωπιάς του και την αποξένωση από την ουσία του. Σύμφωνα με το Μαρξ, για να καταργηθεί η αποξένωση στην εργασία, πρέπει πρώτα να καταργηθεί η ατομική ιδιοκτησία, μιας και είναι αυτή υπεύθυνη για την κλεψιά από τον παραγωγό, των μέσων παραγωγής, των παραγόμενων προϊόντων, της παραγωγικής του δύναμης, και κατ επέκταση της ανθρωπιάς του. Ακόμα και ο καταμερισμός της εργασίας στην παραγωγή, κόβει τον άνθρωπο σε κομμάτια, μετατρέποντας τον σε ένα άβουλο μέρος ενός όλου, περιορισμένο στο επί μέρους, και καταδικασμένο να μην κατακτήσει ποτέ αυτό το όλον, να γίνει δηλαδή κύριος και όχι υπηρέτης της παραγωγικής διαδικασίας και του εαυτού του.[19]
Στη θεωρία του Μαρξ για την αλλοτρίωση στηρίχθηκαν πολλοί μετέπειτα διανοητές, το μέγεθος της εργασίας δεν μας επιτρέπει να δούμε την συζήτηση αυτή συνολικά όμως παρακάτω θα προσπαθήσω να αναφερθώ σε μερικές σύγχρονες όψεις της αλλοτρίωσης, όπως τη βιώνουμε καθημερινά και μέσα από τις περιγραφές διαφόρων θεωρητικών.

2. Γενίκευση της Αλλοτρίωσης και σύγχρονες μορφές της

2.1 Chistophe Dejours , εργασιακή επισφάλεια και αναγνώριση

Ο Dejours είναι ένας γάλλος ψυχαναλυτής ο οποίος εξειδικεύεται στην διάγνωση των παθολογιών που σχετίζονται με τις σύγχρονες μορφές εργασίας. Σαν ερευνητής έχει πάρει μέρος σε πολλές έρευνες που αφορούσαν εργασιακά περιβάλλοντα στα οποία εμφανίστηκαν ψυχοπαθολογικά προβλήματα στους εργαζόμενους, τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο. Με τα χρόνια, πέρα από την κλινική του εμπειρία, διεύρυνε τους ερευνητικούς του ορίζοντες, ασχολούμενος με ζητήματα που προβλημάτιζαν τη σύγχρονη γαλλική κοινωνία και είχαν να κάνουν με τη φύση της εργασίας, τον αντίκτυπο της στις κοινωνικές σχέσεις, και το ρόλο της στη διαμόρφωση της ανθρώπινης προσωπικότητας.[20]
Ο Dejours επιμένει ότι η εργασία κατέχει κεντρικό ρόλο, τόσο για τα άτομα, όσο και για την κοινωνία, μια θέση που στις μέρες μας αμφισβητείται από μεγάλη μερίδα διανοητών. Για αυτόν οι δεσμοί που δημιουργούνται μέσα από την εργασία και τον καταμερισμό αυτής, είναι στοιχειοθετικοί ως προς την ανάπτυξη των υποκειμένων σε ένα περίπου ανθρωπολογικό επίπεδο.
Ο Dejours πιστεύει ότι οι μεταβολές στο εργασιακό τοπίο και η αλλαγμένη φύση των εργασιακών τεχνικών προκαλούν στα υποκείμενα μια δυσφορία αυξημένης υπαρξιακής επισφάλειας, η οποία οδηγεί σε ατομικές και ομαδικές παθολογίες. Εστιάζει στο μετά-φορντικό μοντέλο εργασίας, και το θεωρεί υπεύθυνο όχι μόνο για τα ψυχοπαθολογικά προβλήματα των υποκειμένων αλλά και για την διάλυση των κοινωνικών δεσμών εν γένει. Επιπλέον υποστηρίζει, πως ευρύτερες μορφές κοινωνικής αδικίας έχουν την ρίζα τους στην παθολογία που εμφανίζεται στους σύγχρονους χώρους εργασίας.[21]
Η ίδια η εργασία από τη φύση της αποτελεί μια δραστηριότητα που ενέχει εξ-ίσου την σφαίρα του κοινωνικού και τη σφαίρα του υποκειμενικού. Για αυτό το λόγο η εργασία δεν μπορεί να οριστεί ούτε αποκλειστικά με εργαλειακούς όρους, σαν άρθρωση σκοπών και μέσων, αλλά ούτε και μόνο με διυποκειμενικούς,  δηλαδή ως εργασιακές σχέσεις. Για τον Dejour η εργασία είναι η δραστηριότητα εκείνη που απαιτεί από τα υποκείμενα να γεφυρώσουν το κενό ανάμεσα στα περιοριστικά στοιχεία του σκοπού και στην πραγματικότητα της συνειδητοποίησης.[22] Όταν το κενό αυτό γεφυρώνεται και η δραστηριότητα της εργασίας πετυχαίνει, το άτομο υποκειμενικά, κατασκευάζει την απόδειξη του και βγαίνει από αυτήν την διαδικασία ενδυναμωμένο. Στην αντίθετη περίπτωση, όταν η αντίσταση του πραγματικού είναι υπερβολικά ισχυρή, η εργασιακή εμπειρία ευθέως απειλεί, και μπορεί ακόμη και να καταστρέψει την ταυτότητα του υποκειμένου.[23] Το πραγματικο για τον Dejours, είναι το στοιχείο εκείνο που κάνει την τεχνική να αποτυγχάνει όταν όλες οι πηγές της έχουν σωστά χρησιμοποιηθεί, το πραγματικό είναι αυτό που υπάρχει στον κόσμο και μας διαφεύγει, και γίνεται ένα αίνιγμα που πρέπει να αποκωδικοποιηθεί.[24]
Για τον Dejours η εντύπωση του κόσμου στα υποκείμενα τους προκαλεί δυσφορία, η δυσφορία αυτή είναι και η πηγή τη προσπάθειας τους να κατακτήσουν τον κόσμο, είναι αυτό που θέτει σε κίνηση τη νόηση η οποία μέσα από τη σύγκρουση με τον κόσμο εξελίσσεται. Ο κόσμος αντιστέκεται στη θέληση και στις ανάγκες του ανθρώπου και η νόηση αναζητά τρόπο να υπερνικήσει αυτά τα εμπόδια, όταν τα υπερνικά η δυσφορία μετουσιώνεται σε κάτι θετικό και ο κόπος που χρειάστηκε για να γίνει η υπέρβαση ανταμείβεται.[25] Αυτόν τον κόπο μπορούμε να τον ονομάσουμε εργασία, και σαν εμπειρία η εργασία προσφέρει στο υποκείμενο την δυνατότητα να αναπτύξει τα ταλέντα του και τις ικανότητες του, του παρέχει τη δυνατότητα να σκέφτεται με την ευρεία έννοια του όρου.[26] Αποτελεί κατά κάποιο τρόπο, η εργασία, το ισχυρότερο όπλο του ανθρώπου απέναντι σε ένα κόσμο που τον "κοντράρει". Με την εργασία το άτομο μπαίνει στην πιο άμεση και αυθεντική σχέση με τον κόσμο και με τα άλλα υποκείμενα.[27]
Προκειμένου να εξηγήσει ο Dejours πως η εμπειρία της εργασίας μετατρέπεται από εμπειρία δυσφορίας σε θετική εμπειρία που επιβεβαιώνει και δυναμώνει την ταυτότητα του υποκειμένου, προτείνει τη δική του θεωρία της αναγνώρισης. Σύμφωνα με αυτήν την θεωρία η εργασία γίνεται μια ουσιαστική εμπειρία όταν η δραστική συνεισφορά του ατόμου, η ενεργοποίηση της πρακτικής νοημοσύνης, γίνεται αντιληπτή από τους άλλους και θετικώς αποδεκτή. Πρέπει να γίνεται αποδεκτή τόσο από την ιεραρχία μέσα στους χώρους εργασίας, αλλά και σε οριζόντιο επίπεδο, στην εσωτερική συλλογικότητα που βρίσκουμε να αναπτύσσεται μεταξύ των συναδέλφων. Χωρίς αυτή την συλλογικότητα μας, λέει ο Dejours, δεν είναι δυνατόν να υπάρχει ο απαιτούμενος συντονισμός στην εργασία, αποτελεί κατά κάποιο τρόπο την "ηθική" μορφή του.[28]
Η παθολογία της συλλογικής εργασίας δεν περιορίζεται σε ζητήματα παρενόχλησης, τρομοκράτησης, και βίας. Υπάρχει ένα στοιχείο παθογένειας στις εργασιακές συλλογικότητες που οφείλεται στη διασύνδεση του εργαλειακού με το κοινωνικό. Αυτό συμβαίνει επειδή μια δυσλειτουργική εργασιακή συλλογικότητα στέκει εμπόδιο στην συνειδητοποίηση του σκοπού της εργασίας. Όταν  το υποκείμενο επενδύει στην συνειδητοποίηση του σκοπού, μια τέτοια δυσλειτουργία έχει άμεσες και ισχυρές επιδράσεις πάνω του. Τα "εσωτερικά" προβλήματα που δημιουργούνται στους χώρους δουλειάς εξαιτίας τέτοιων δυσλειτουργιών, αφήνουν το άτομο ανικανοποίητο, ακόμα και όταν το είδος της εργασίας του χαίρει αναγνώρισης στην ευρύτερη κοινωνία. Η ηθική ανταμοιβή μέσα στο χώρο εργασίας, με την αποδοχή και την αναγνώριση, έχει διαφορετική ποιότητα και μεγαλύτερο βάρος από την αποδοχή των έξω από αυτήν.[29]
Για τον Dejours, κύρια αιτία για τις περισσότερες από τις σύγχρονες παθολογίες που σχετίζονται με την εργασία είναι η επικράτηση του νεοφιλελεύθερου μοντέλου, και οι εργασιακές σχέσεις που πηγάζουν από αυτό. Ο Dejours αντιτίθεται στην άποψη ότι η εργασία σήμερα είναι πιο αυτόνομη, πιο δημιουργική, και ότι επιτρέπει στους εργάτες να παίρνουν περισσότερες πρωτοβουλίες. Στην πραγματικότητα λίγα είναι τα άτομα που μπορούν οι ίδιοι να οργανώσουν το χρόνο τους και το σκοπό τους και αυτό όχι χωρίς κόστος. Για τους περισσότερους πάντως, η εργασία παραμένει ένα βάρος, με τις συνθήκες μάλιστα που τους βοηθούσαν να το μετατρέψουν σε κάτι θετικό να έχουν εκλείψει.[30] Για τον Dejours η διάσπαση της εργασιακής συλλογικότητας και οι νέες ελαστικές σχέσεις εργασίας, συνδέονται άμεσα με την γιγάντωση της δυσφορίας που παρατηρείται στους σύγχρονους χώρους εργασίας. Αποτέλεσμα είναι να αυξάνεται η επισφάλεια και η υπαρξιακή αβεβαιότητα των υποκειμένων.[31]
Η εργασία σήμερα αποτελεί για τον εργαζόμενο μια συνεχή πρόκληση, το άτομο δεν μπορεί να διαχειριστεί τη δυσφορία που του δημιουργεί μια τέτοιου είδους εργασιακή εμπειρία. Το φαινόμενο αυτό, αν και ξεκινά από τους χώρους εργασίας, διαχέεται σε όλες τις εκφάνσεις του κοινωνικού βίου. Παράγωγο του καταμερισμού εργασίας στις νεοφιλελεύθερες κοινωνίες είναι ο φόβος, ο φόβος ότι το άτομο δεν θα ανταποκριθεί στις συνεχείς απαιτήσεις του μάνατζμεντ και θα απολυθεί, φόβος ότι δεν έχει τα απαραίτητα προσόντα, φόβος ότι το βιογραφικό του δεν είναι αρκετά πλούσιο, φόβος ότι δεν θα μπορέσει να ανταγωνιστεί με αξιώσεις τους υπόλοιπους εργαζόμενους σε μια ακραίως ανταγωνιστική αγορά εργασίας.[32] Στους σύγχρονους χώρους εργασίας η σταθερή αναγνώριση θεωρείται αντιπαραγωγική, το άτομο πρέπει συνεχώς να την αναζητά και ποτέ να μην την αποκτά, και έτσι να βρίσκεται σε μια συνεχή κίνηση που, κατά τους νεοφιλελεύθερους, αυξάνει την παραγωγικότητα του.[33] Καταλαβαίνουμε ότι δεν απαιτείται μόνο περισσότερη προσπάθεια, άρα μεγιστοποίηση της χρήσης των ικανοτήτων του εργαζόμενου με το ενδεχόμενο εξάντλησης, αλλά υπάρχει και βαθιά αλλαγή στην ποιότητα της εργασίας, έτσι όπως την βιώνουν τα υποκείμενα.
Ο Dejours επιμένει ότι η σημασία των υποστηρικτικών δικτύων και των συλλογικοτήτων είναι ιδιαίτερα σημαντική για την διαμόρφωση της προσωπικότητας των εργαζομένων και για την μείωση της αβεβαιότητας. Όχι μόνο μέσα από αυτά προασπίζουν τα οικονομικά και κοινωνικά τους συμφέροντα, αλλά τους εξασφαλίζουν και ένα πολιτισμικό πλαίσιο ύπαρξης. Τα υποστηρικτικά δίκτυα έχουν δεχθεί μεγάλη επίθεση από το νεοφιλελεύθερο μοντέλο και έτσι τα άτομα καλούνται να αντιμετωπίζουν το μέλλον τους ατομικά.[34]  Στην προσπάθεια τους τα υποκείμενα να αντέξουν στις δεδομένες σκληρές συνθήκες, γίνονται τελικά και οι ίδιοι σκληροί, κουφοί και τυφλοί στον πόνο τον δικό τους και των άλλων.[35] Ο ατομικισμός καταλήγει να γίνεται κυρίαρχο στοιχείο της προσωπικότητας και ενυπάρχει σε όλες τις σχέσεις των υποκειμένων μεταξύ τους.
Ο Dejours εντοπίζει και μια απόκρυψη της πραγματικότητας. Αυτό γίνεται επειδή τα στελέχη, κάτω από την πίεση να φτιάξουν για την εταιρία ένα ελκυστικό πρόσωπο απέναντι στους μετόχους και στους υποψήφιους επενδυτές, αποσιωπούν τα λάθη, τις αποτυχίες στην παραγωγική διαδικασία, τη διαφωνία, τα ατυχήματα και τα δυστυχήματα. Εκτός αυτού, περιγράφουν την παραγωγή στη βάση των αναμενόμενων αποτελεσμάτων και όχι στη βάση των δραστηριοτήτων από τις οποίες αυτή πηγάζει. Όλα αυτά είναι εμπόδια στην αναγνώριση του έργου του εργαζόμενου, αφού η παραγωγική διαδικασία, όπως πραγματικά είναι, διαστρεβλώνεται, αποκρύπτεται και αγνοείται.[36] Εξαιτίας της κυριαρχίας του νεοφιλελευθερισμού, και επειδή υπάρχει συνειδητά αυτή η απόκρυψη, όλες οι κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις που μπορούν να γνωστοποιήσουν αυτή τη δυσφορία στους χώρους εργασίας έχουν μπει σε θέση άμυνας και αυτό οδηγεί σε γενική κοινωνική άρνηση της πραγματικότητας και γενίκευση της δυσφορίας. Αυτή η κοινωνική άρνηση περνάει στο υποσυνείδητο και γίνεται δομικός παράγοντας στη ζωή του υποκειμένου.
Η μη αναγνώριση του να διαμαρτύρεται κάποιος για τη δυσφορία στην εργασία, η απόκρυψη του πόνου, αναγκάζει τα άτομα να κρατάνε μέσα τους τα συναισθήματα αυτά και να μην τα εξωτερικεύουν, κάτι που τα εντείνει ακόμα πιο πολύ.[37] Η έκφραση της δυσφορίας σε κοινωνίες με υψηλή ανεργία μπορεί να σημαίνει και την απώλεια της εργασίας.  Ακούμε συχνά στις μέρες μας φράσεις όπως "να είσαι ευχαριστημένος που έχεις τουλάχιστον μια δουλειά", το να έχει το άτομο αξιώσεις πάνω στην ποιότητα της εργασιακής του εμπειρίας έχει φτάσει θεωρείται μέχρι και αλαζονικό.
Σε χώρες με χαμηλή ανεργία οι εργαζόμενοι έρχονται αντιμέτωποι  με ελαστικές μορφές εργασίας, με ότι σημαίνει αυτό για την ψυχοσύνθεσή τους. Γενικά επικρατεί η άποψη ότι αν έχεις κάποιο πρόβλημα όπως εργασιακό άγχος, λύσε το μόνος σου και προχώρα διότι κανείς δεν θα σε περιμένει. Επίσης, η διάσπαση της εργασίας, η υψηλή ανεργία και η ελαστικότητα στις εργασιακές σχέσεις, έχει οδηγήσει στην απαξίωση των συνδικάτων από τους εργαζόμενους, και έτσι αυτά γίνονται ακόμη πιο ανήμπορα και ανέτοιμα να ανταποκριθούν στις νέες προκλήσεις. Σε αντιδιαστολή με την δημιουργία συλογικοτήτων, ο κόσμος της σύγχρονης οικονομίας(ο κόσμος της αγοράς), απαιτεί όλοι να είναι έτοιμοι να δεχθούν δυσφορία από τη δουλειά τους, να γίνουν μάρτυρες της δυσφορίας των άλλων, ακόμα και να κάνουν τους άλλους να υποφέρουν. [38]
Σε ένα πιο ευρύ κοινωνικό-πολιτισμικό επίπεδο, ο οικονομικός ρασιοναλισμός, με την ωμή αποδοχή της δυσφορίας και της θυσίας για ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού, υποκαθιστά το διάλογο περί αλληλεγγύης και ικανότητας του ατόμου να αμυνθεί. Θεωρείται αφελές στην εποχή μας να μην αποδεχόμαστε την ύπαρξη της δυσφορίας και του πόνου ως κάτι φυσιολογικό, ακόμη και θεμιτό. Ο φόβος γίνεται αναπόσπαστο κομμάτι, και είναι κοινώς αποδεκτός, είναι μέρος του σύγχρονου κοινωνικού συμβολαίου. Φόβος που εκφράζεται μέσα από τον ανταγωνισμό, φόβος να μην χάσουμε το κοινωνικό μας στάτους, την θέση μας, γενικά φόβος για ένα αβέβαιο και μη εξασφαλισμένο μέλλον που είναι δομικό στοιχείο των νεοφιλελεύθερων κοινωνιών.[39]
Λαμβάνοντας όλα τα παραπάνω υπόψη, στις σύγχρονες κοινωνίες το υποκείμενο δεν μπορεί να ελπίζει σε αναγνώριση, δεν μπορεί να ικανοποιήσει αυτήν την πηγαία εσωτερική του ανάγκη, να πραγματωθεί σαν άνθρωπος δηλαδή μέσα από την εργασία. Στις σύγχρονες κοινωνίες τα άτομα αγωνίζονται να μην μείνουν πίσω, να μην ποδοπατηθούν, να μην είναι οι ίδιοι εκείνοι που θα θυσιαστούν για την "ορθή" λειτουργία της αγοράς. Η ορθολογικότητα αυτή των νόμων της αγοράς έρχεται σε αντίθεση με τη φύση του ανθρώπου, και εξαναγκάζει το άτομο να την αποδεχθεί ως δική του ορθολογικότητα. Τα άτομα αν και βιώνουν την αδικία της σύγχρονης κοινωνίας, πιστεύουν ότι δεν μπορούν με αξιώσεις να αντισταθούν στις επιταγές της, και έτσι εξαναγκάζονται να παίζουν με τους δικούς στης σκληρούς κανόνες ελπίζοντας απλά ότι δεν θα μείνουν πίσω, και έτσι μετατρέπονται σε σκληρά, απαθή υποκείμενα.[40]

2.2 Le Goff, Η βαρβαρότητα του σύγχρονου τρόπου παραγωγής

Ο Jean Pierre Le Goff, φιλόσοφος και κοινωνιολόγος, έχει καταπιαστεί με το να διερευνήσει το πως οι στρατηγικές μάνατζμεντ εισβάλουν στην σφαίρα της εργασίας, ενώ ενδιαφέρεται να ανακαλύψει τους όρους και τις επιπτώσεις της τυφλής διαδικασίας εκσυγχρονισμού στην εργασία. Ο Le Goff ασκεί κριτική στις σύγχρονες οικονομίες, και υποστηρίζει ότι αυτή η διαδικασία ξέφρενου εκσυγχρονισμού διαβρώνει τις ίδιες τις κοινωνικές δομές. Πιστεύει δε, ότι δεν ασκείται αρκετή κριτική στη διαβρωτική αυτή διαδικασία. Για τον Le Goff είναι πολύ σημαντικό να τεθούν τα απαραίτητα ερωτήματα, να πολεμηθεί αυτή η ισοπεδωτική τάση του εκμοντερνισμού, έτσι ώστε να μετριαστούν οι επιπτώσεις της.[41] Πρέπει να σημειωθεί ότι η θεωρία του Le Goff για την αλλοτρίωση στην εργασία, συμπίπτει σε πολλά σημεία με την αντίστοιχη θεωρία του Dejours.
Για να περιγράψει την επίδραση του ακραίου εκσυγχρονισμού, ο Le Goff χρησιμοποιεί τον όρο light barbarism(ελαφριά βαρβαρότητα σε ελεύθερη μετάφραση, αν και δεν ξέρω κατά πόσο δόκιμος είναι ο όρος, οπότε θα χρησιμοποιώ την αγγλική ορολογία). Ο εκσυγχρονισμός είναι light επειδή στηρίζεται σε μοντέρνες κανονιστικές απαιτήσεις, όπως είναι για παράδειγμα η αύξηση της αυτονομίας, της διαφάνειας και της ευθύνης, και είναι barbarism επειδή οι υψηλές του απαιτήσεις ανοίγουν δρόμο για νέους τύπους χειραγώγησης και καταστολής στην εργασία. Οι απαιτήσεις που θέτει ο εκσυγχρονισμός, μοιάζουν αδιαπέραστες και ακαταμάχητες, η μη αποδοχή των κανόνων και των λειτουργιών της σύγχρονης "φιλοσοφίας" γύρω από την εργασία, σημαίνει για τα υποκείμενα αποτυχία και ενδεχομένως περιθωριοποίηση.[42]
Οι σύγχρονοι ρυθμοί εργασίας είναι τόσο γρήγοροι, και φέρνουν συνεχώς τόσες αλλαγές στην οργάνωση, που τα υποκείμενα δυσκολεύονται να προσαρμοστούν και να κρατήσουν τον ρυθμό που απαιτείται, με ότι επιπτώσεις έχει αυτό στη ζωή και την ψυχοσύνθεση τους. Το αποτέλεσμα είναι και η ίδια η κοινωνική ζωή να επαγγελματοποιείται, αφού οι υποχρεώσεις του εκσυγχρονισμού είναι τόσο πολλές και τέτοιας έντασης που το άτομο τις κουβαλάει μαζί του και εκτός χώρου εργασίας.[43] Για παράδειγμα η έγνοια να κρατήσει κάποιος τη δουλειά του, τον αναγκάζει να εξειδικεύεται συνεχώς, απαιτείται απ αυτόν να διατηρεί καλές σχέσεις με τους προϊσταμένους του ακόμα και εισάγοντας τους στην ιδιωτική του σφαίρα, καθορίζει ακόμα και το πως θα ντύνεται και τι προφίλ θα βγάζει προς τα έξω, μέχρι και στις υποχρεώσεις της καθημερινότητας του. Η ευελιξία και η προσαρμοστικότητα είναι "ποιότητες" που οι εργαζόμενοι πρέπει να διαθέτουν, αφού οι εταιρίες αξιολογούν τους εργαζόμενους για το πόσο ευέλικτοι, ευκίνητοι και προσαρμοστικοί είναι. Με το να υποτάσσονται τα υποκείμενα σε αυτό το εργασιακό δόγμα αναγκάζονται συνεχώς να αυτό-αξιολογούνται, να αυτό-αμφισβητούνται, και γενικά να γίνονται αστυνομικοί του εαυτού τους, αφού οι υπερβολικές απαιτήσεις και η υπερβολική πίεση τροφοδοτεί το καταπιεστικό υπερεγώ[44] τους. Όμως ακόμα και όταν ανταποκριθούν στις απαιτήσεις και κρατήσουν τον ρυθμό, δεν τους δίνεται καμιά εγγύηση ότι θα κρατήσουν τη δουλειά τους και ότι δεν θα ποδοπατηθούν από τις στρατιές ανέργων που είναι διατεθειμένοι να δουλέψουν για λιγότερα, και που το πιο πιθανόν είναι να έχουν καλύτερη εκπαίδευση από αυτούς. Η βαρβαρότητα του σύγχρονου οικονομικού δόγματος δεν χύνει δάκρια για κανένα εργαζόμενο και δεν υπολογίζει τίποτα μπροστά στο κέρδος. Θα λέγαμε ότι όλοι οι κανόνες του παιχνιδιού δείχνουν να εναντιώνονται στους εργαζόμενους ή σε όσους αναζητούν εργασία.
Τα παραπάνω μας φέρνουν στο νου την παρομοίωση του Άντοντ Γκίντενς για τη νεωτερικότητα με το Τζαγγερνώτ. "Το τεράστιο όχημα το οποίο έχει κατασκευάσει τους τελευταίους αιώνες η ανθρωπότητα(η νεωτερικότητα) είναι οι οικονομικές, θεσμικές και τεχνολογικές δυνατότητες των νεωτερικών κοινωνιών που δεν έχουν προηγούμενο σε καμία άλλη περίοδο της ανθρώπινης ιστορίας."  Ένα όχημα το οποίο δεν σταματά για τίποτα, στο οποίο πασχίζουμε να είμαστε επιβάτες, που ποτέ δεν μπορούμε να έχουμε τον έλεγχο του, και που μπορεί κάθε στιγμή να περάσει από πάνω μας και να μας τσακίσει.[45]
Υποτίθεται ότι με το που ξεπεράστηκε, τουλάχιστον με την αποβιομηχανοποίηση των δυτικών κοινωνιών, το τεϊλορικό-φορντικό μοντέλο, οι εργαζόμενοι απέκτησαν την αυτονομία τους. Στην πραγματικότητα αυτό που παρουσιάζεται σήμερα ως αυτονομία, δεν είναι τίποτα άλλο από μια ψευδαίσθηση. Τα άτομα δεν είναι αυτόνομα να κάνουν ελεύθερες επιλογές, αντιθέτως, οι επιλογές τους είναι ιδιαίτερα περιορισμένες, απλά αφήνονται στη μοίρα τους χωρίς να υπάρχει καμία πρόνοια, χωρίς να διαφυλάσσεται σχεδόν κανένα εργασιακό δικαίωμα, χωρίς να υπάρχει κάποιος ασφαλής δρόμος που θα μπορούσαν να ακολουθήσουν προκειμένου να εξασφαλίσουν τη διαβίωση.[46] Και σε ένα τόσο απειλητικό περιβάλλον εργασίας που αγκαλιάζει και υποσκάπτει και την ιδιωτική σφαίρα, κάθε άλλο παρά δίνεται η δυνατότητα αυτοπραγμάτωσης στην εργασία.[47] Για την ακρίβεια η φύση της εργασίας στις μέρες μας είναι τέτοια, που δεν σου δίνει ποτέ το μόνιμο αίσθημα της επιτυχίας και της ολοκλήρωσης, αντίθετα, σε βάζει σε ένα διαρκή ανταγωνισμό με τον εαυτό σου και με τους άλλους.
Πέρα από όλα τα υπόλοιπα, ο light barbarism, έχει διαβρώσει την δυνατότητα για συλλογικές πρακτικές που θα μπορούσαν ενδεχομένως να ενισχύσουν τη θέση των εργαζομένων απέναντι στις επιταγές του εκσυγχρονισμού.[48] Αυτό έχει ως συνέπεια να ενισχύεται στα υποκείμενα το αίσθημα εκείνο του αναπόφευκτου και του αναπόδραστου, και να ανταγωνίζονται μεταξύ τους για μια έστω και προσωρινή θέση στον ήλιο, αντί να συνεργάζονται για την επίτευξη κάποιου συλλογικού τους σκοπού.

2.3 Hannah Arendt, η εργασία ως μια από τη φύση της αλλοτριωτική δραστηριότητα

Για την Hannah Arendt η εργασία δεν έχει χειραφετική υπόσταση, το όραμα της για την χειραφέτηση δεν περνάει μέσα από την εργασία και τη διαδικασία της παραγωγής. Πιστεύει ότι οι σύγχρονες κοινωνίες, που είναι τόσο μηχανικά αυτοματοποιημένες και τεχνοκρατικές, δημιουργούν αυτό που η Arendt ονομάζει "απώλεια του κόσμου". Δηλαδή την εισβολή στο πολιτικό πεδίο δράσης, υλικά καθορισμένων τρόπων δράσης του πράττειν, που υποκαθιστούν την γνήσια πολιτική πράξη. Οι αξίες της οικονομικής σφαίρας, όπως η παραγωγικότητα, η λειτουργικότητα, η αποδοτικότητα, μεταδίδονται στην πολιτική σφαίρα και την κυριεύουν.[49]
Η Arendt διακρίνει τρείς θεμελιώδεις τύπους του πράττειν,  το μόχθο, την εργασία και τη δράση, και τρεις σφαίρες που αντιστοιχούν στους τύπους αυτούς, την οικονομική, την κοινωνική και την πολιτική. Ο μόχθος(labor) αφορά τη δραστηριότητα εκείνη που σχετίζεται με την συντήρηση της ζωής, ενώ η εργασία(work) με την κατασκευή, τη διατήρηση και την αναπαραγωγή ενός πολιτισμού. Τα έργα του μόχθου είναι εφήμερα και σχετίζονται με τις ζωτικές ανάγκες, είναι για παράδειγμα η παραγωγή μιας φρατζόλας ψωμιού. Τα έργα της εργασίας δημιουργούν ένα τεχνητό περιβάλλον που φτιάχνεται για να διαρκέσει, πχ ένα σπίτι ή ένα άγαλμα. Ο μόχθος για την Arendt αντιστοιχεί στον animal laborans, ενώ η εργασία στον homo faber. Ο homo faber δημιουργεί χρήσιμες ή ακόμα και άχρηστες(έργα τέχνης) αντικειμενικότητες που σκοπό έχουν να οικοδομήσουν τον κόσμο στον οποίο ζει, τα έργα του θα έλεγε κανείς, σε αντίθεση με τον homo laborans, αποτελούν έργα πολιτισμού, που βρίσκουν νόημα στον πολιτισμό. Υπό αυτήν την έννοια ο homo faber είναι ο άνθρωπος που ζει στη δημόσια σφαίρα, ας πούμε στην αγορά, έστω και αν αυτή δεν είναι πολιτική σφαίρα.[50] Τη διάκριση αυτή, μεταξύ εργασίας που γίνεται για να ικανοποιηθούν οι ζωτικές ανάγκες του ανθρώπου και εργασίας που βρίσκει νόημα στον πολιτισμό, την κάνει κατά κάποιο τρόπο και ο Μαρξ.
Για να υπάρχει πολιτική κοινωνία, μας λέει η Arendt, πρέπει να υπάρχει η εργασία και στις δύο μορφές τις που αναφέραμε παραπάνω. Δεν μπορεί να υπάρχει πολιτική δράση αν δεν έχουν ικανοποιηθεί οι βιολογικές μας ανάγκες και αν δεν υπάρχει ένας βάσιμος κόσμος που θα εξασφαλίζει την μονιμότητα των ανθρωπίνων επιτευγμάτων. Αλλά αντίθετα με τον Μαρξ, κάθε άλλο παρά θεωρεί ότι η πολιτική δράση πραγματώνεται μέσα από το μόχθο και την εργασία. Αντίθετα, η εξέχουσα θέση της εργασίας και της οικονομίας στις σύγχρονες νεωτερικές κοινωνίες, αποτελεί για την Arendt ένδειξη της αλλοτρίωσης. Για την Arendt η εργαλειοποίηση του σύγχρονου κόσμου, συνιστά απειλή για την πολιτική δράση, και η αυτόνομη πολιτεία, όπως την ορίζει αυτή, μπορεί να υπάρχει μόνο δια μέσω της ελεύθερης δράσης(action), της δράσης ως αυτοσκοπό.[51]
Για την Arendt ο μόχθος αντιστοιχεί σε αφηρημένη εργατική δύναμη, ενώ ακόμα και η εργασία εκείνη που το τελικό της αντικείμενο έχει πρώτα σχηματοποιηθεί στην δημιουργική φαντασία του κατασκευαστή, δεν μας λέει τίποτα για την ταυτότητα του κατασκευαστή, για το ποιός είναι, αλλά μόνο το τι είναι(με τη λογική ότι μας φανερώνει μόνο τα προσωπικά του χαρίσματα και τις ικανότητες του). Με λίγα λόγια ακόμη και μέσα από την εργασία η Arendt πιστεύει ότι οι άνθρωποι δεν εκφράζονται πολιτικά, αυτό μπορεί να γίνει μόνο με τη δράση, τον ανώτερο δηλαδή τρόπο του πράττειν. Η δράση συνδέεται με τον εκφραστικό λόγο και την εκφορά της γνώμης, των στόχων και των προθέσεων, η δράση αποκαλύπτει το άτομο ως οριστικό και ξεχωριστό φορέα ιδεών. Η επικοινωνιακή δράση για την Arendt, αποτελεί συνθήκη για να μπορεί να υπάρξει ένα γνήσια δημόσιο βασίλειο, μέσα στο οποίο οι συμμετέχοντες να μπορούν να εκφράζουν τη γνώμη τους και να διαβουλεύονται πάνω σε ζητήματα κοινού ενδιαφέροντος με την προοπτική της πολιτικής σύμπνοιας.[52] Όμως μπορούμε να πούμε ότι κατά κάποιο τρόπο η Arendt παραγνωρίζει την ύπαρξη διακριτών τάξεων με συγκρουόμενα συμφέροντα. Με τη λογική της είναι σαν να χωρίζει την κοινωνία σε ατομικούς δρώντες ή έστω ομάδες που τα πολιτικά με τα οικονομικά τους συμφέροντα είναι διαχωρισμένα. Αν υποθέταμε ότι θα μπορούσε να υπάρχει ένας δημόσιος διάλογος, κάτι σαν άμεση δημοκρατία, τα άτομα που θα συμμετείχαν και οι απόψεις τους ή οι ομάδες και τα αιτήματα τους, ούτε το ίδιο βάρος θα είχαν, ούτε θα μπορούσαν να είναι ανεξάρτητα από τα οικονομικά τους συμφέροντα. Η πολιτική σφαίρα είναι άμεσα προσδεμένη με την οικονομική, είναι αγκαλιασμένη και αδιαχώριστη, διότι τα πολιτικά συμφέροντα των υποκειμένων, θα πηγάζουν από ταξικά συμφέροντα, και τα ταξικά συμφέροντα από οικονομικά συμφέροντα. Είναι δύσκολο ακόμα και να φανταστούμε μια κοινωνία με διαχωρισμένη πολιτική και οικονομική σφαίρα, πόσο μάλλον να υπάρξει η κοινωνία που οραματίζεται η Arendt, τουλάχιστον για όσο θα υπάρχουν έντονες ταξικές ή γενικότερα κοινωνικές αντιθέσεις.
Εκεί που ο Μαρξ θεωρεί πως η χειραφέτηση δεν μπορεί παρά να περνά μέσα από την οικονομία και την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας(άρα και των ατομικών συμφερόντων που πηγάζουν από αυτήν), η Arendt πιστεύει στην μέριμνα των ελεύθερων πολιτών για την νοηματοδότηση του κόσμου στον οποίο ζουν.[53] Πως όμως, άνθρωποι με διαφορετικά οικονομικά συμφέροντα, γίνεται να βρουν έναν κοινό κώδικα συνεννόησης; Και αν βρουν, δεν θα συνιστά αυτό υποταγή του ασθενέστερου στους κανόνες επικοινωνίας του ισχυρότερου; Και τι είναι τελικά αυτό που καθορίζει τους ασθενέστερους και τους δυνατότερους στις σύγχρονες κοινωνίες αν όχι η οικονομική σφαίρα; Πως είναι δυνατόν λοιπόν η οικονομική σφαίρα να εξαφανιστεί, ή πως θα γίνει να συνεχίσει να υπάρχει αλλά να μην καθορίζει την πολιτική σφαίρα, τους νόμους, την εκπαίδευση κ.α. ; Πως αλήθεια θα μπορούσε να υπάρξει ο ιδεατός κόσμος της Arendt και να συμβαδίζει με τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής;
Ο κόσμος των πραγμάτων για την Arendt είναι ο κόσμος των θνητών, για να υπερβεί ο άνθρωπος αυτόν τον κόσμο πρέπει να ξεπεράσει τον απόλυτο λειτουργισμό των πραγμάτων που παράγονται για κατανάλωση, και την απόλυτη ωφελιμότητα των πραγμάτων που παράγονται για χρήση. Για να μπορεί το ανθρώπινο υποκείμενο να χειραφετηθεί, πρέπει να υπάρξει ένας χώρος κατάλληλος για την πράξη και την ομιλία, για δραστηριότητες όχι απλώς άχρηστες για τα χρειώδη της ζωής, αλλά και διαφορετικής υφής από τις δραστηριότητες της κατασκευής με τις οποίες παράγεται ο κόσμος και τα πράγματα που περιέχει.[54]
"Ο προσανατολισμένος προς την κατανάλωση μόχθος είναι καταδικασμένος να μην αφήνει παρά ελάχιστα ίχνη που θα μπορούσαν να συντηρηθούν σε αφηγηματική μορφή. Αλλά και η εργασία εν τέλει φλερτάρει με τη νοηματική απώλεια στο βαθμό που η εργαλειακή της λειτουργία είναι "ταυτολογική" και δεν αφήνει περιθώρια για δημιουργία νέου νοήματος.[...] Για αυτούς ακριβώς τους λόγους η Arendt πιστεύει ότι μια κοινωνία εργαζομένων (laborers και workers) δεν είναι ικανή ούτε για πολιτική ούτε για ιστορία. Μόνο η πολιτική δράση προσιδιάζει στην ελεύθερη πολιτεία αφού υπερνικά την κοσμική ματαιότητα και εγείρει τη δυνατότητα της κοσμικής αθανασίας."
Θυμίζει αυτός ο κόσμος των ιδεών στο όραμα της Arendt, την "δημοκρατία" της αρχαίας Αθήνας, που οι ελεύθεροι πολίτες μπορούσαν να συζητούν στην αγορά και να συμμετέχουν στην εκκλησία του δήμου, σε μια κοινωνία που η χειρωνακτική εργασία ήταν στιγματισμένη. Θα μπορούσε να υπάρχει αυτός όμως ο τύπος της πολιτείας χωρίς τους δούλους, Χωρίς τους τεχνίτες;  Σε μια τέτοιου είδους κοινωνία σήμερα, πως θα μπορούσαν να συμμετέχουν ισότιμα στην πολιτική κουβέντα οι εργάτες και τι είδους επιδιώξεις θα είχαν αν όχι εκείνες που σχετίζονται με την βελτίωση των άθλιων συνθηκών εργασίας τους; Αν υποθέσουμε ότι θα επιτρεπόταν να συμμετέχουν μονάχα κάποιοι "φωτισμένοι", μια κάποιου είδους διανόηση, που θα έβρισκαν εφαρμογή οι φωτισμένες ιδέες τους, πως θα παρέκαμπταν τα δομημένα ταξικά συμφέροντα; Με ποιο τρόπο και που, θα έπαιρνε σάρκα και οστά η συζήτηση αν όχι στον υλικό κόσμο για να τον διαμορφώσει και να τον εξελίξει; Όπως είναι αδύνατον να υπάρξει πολιτική χωρίς οικονομία και εργασία, έτσι είναι αδύνατον να υπάρξει και εργασία χωρίς πολιτική, γιατί τι είναι ένα μεγάλο εργοστάσιο ή τα κεντρικά γραφεία μιας εταιρίας προσφοράς χρηματιστηριακών υπηρεσιών, αν όχι κάποιοι χώροι που μέσα τους γίνονται αδιάκοπα πολιτικές ζυμώσεις;
Είναι σαφές πως ο σύγχρονος κόσμος της εργασίας αναπαράγει την αλλοτρίωση, όμως μπορεί αλήθεια να παρακαμφθεί πραγματικά η εργασία στην πορεία της ανθρώπινης χειραφέτησης, και αν ναι τι θα μείνει μετά; Μπορεί να υπάρχει πολιτική χωρίς οικονομία και εργασία,  και είναι η εργασία αυτή καθ αυτή που πρέπει να στοχοποιείται ή μήπως η συγκεκριμένη μορφή που έχει πάρει στις μέρες μας και στα πλαίσια του καπιταλισμού;

2.4 Η γενίκευση της αλλοτρίωσης

Όπως είδαμε και στις προηγούμενες ενότητες, η γενίκευση της εμπορευματικής παραγωγής φέρνει γενίκευση της αποξένωσης, η οποία κάθε άλλο παρά περιορίζεται στους χώρους εργασίας. Στις σύγχρονες εμπορευματικές κοινωνίες τα πάντα μετατρέπονται σε εμπόρευμα, ο άνθρωπος από αυτοσκοπός, μετατρέπεται σε μέσον για την λειτουργία της αγοράς. Αυτά που παράγει, αντί να μπορεί να τα απολαμβάνει ελεύθερος, γίνονται εχθρικά προς αυτόν.
Η μη προσαρμογή στους κανόνες της αγοράς ισοδυναμεί με οικονομική εξαθλίωση, υπό αυτήν την έννοια οι εργασιακές σχέσεις μέσα στην αγορά, που είναι εμπορευματοποιημένες σχέσεις, κάθε άλλο παρά ελεύθερες είναι. Αλλά και οι κοινωνικές σχέσεις βρίσκονται σε άμεση εξάρτηση από τις εμπορευματοποιημένες εργασιακές σχέσεις, αφού αν το άτομο δεν λειτουργήσει μέσα στην αγορά με τους κανόνες της, μοιραία περιθωριοποιείται.[55] Ούτε στον ελεύθερο του χρόνο ο άνθρωπος δεν μπορεί να ανατρέψει την στενότητα και τη βαριεστιμάρα της εργασίας του που αφήνει ανεκμετάλλευτες τις οντολογικές του δυνατότητες, ακόμα και έξω από την εργασία ο εργαζόμενος βρίσκεται εκτός εαυτού. Μην ξεχνάμε ότι έτσι όπως είναι δομημένα πολλά είδη εργασίας σήμερα, η δουλειά απασχολεί τα υποκείμενα και στο σπίτι (π.χ. εργασία πάνω σε υπολογιστή που δεν απαιτεί τη φυσική παρουσία στο γραφείο), ενώ σε άλλες περιπτώσεις μια δεύτερη εργασία δεν τους αφήνει καθόλου ελεύθερο χρόνο.[56]
Η ίδια η μαζική κουλτούρα διαμορφώνει υποδείγματα ταύτισης που αντιστοιχούν στις απαιτήσεις της εμπορευματικής κοινωνίας. Η μαζική "δημοκρατική" χυδαία κουλτούρα παραχωρείται χωρίς να απαιτεί καμία προσπάθεια ενεργητικής πνευματικής δραστηριότητας. Απευθύνεται σε παθητικούς δέκτες, τους οποίους αντί να εξυψώνει πνευματικά, τους γεμίζει τον ελεύθερο χρόνο της καθημερινότητας με αλλοτριωτικές εικόνες.[57] Χρηματιστές με κοστούμια και ακριβά αμάξια που ζουν καθημερινά σε μεγάλη ένταση, πετυχημένοι μάνατζερ, είναι μόνο μερικά από τα υποδείγματα της εποχής. Κι όμως, αυτές οι εικόνες ανθρώπων είναι απανθρωπισμένες, διότι κάθε άλλο παρά ισορροπημένη μπορεί να θεωρηθεί η ζωή τους στον πραγματικό κόσμο. Κάτω από την εξαντλητική και αλλοτριωτική φύση της εργασίας, ο άνθρωπος δεν έχει τη δύναμη πολλές φορές να ασχοληθεί με ωφέλιμες για αυτόν δραστηριότητες(που απαιτούν σωματικό ή πνευματικό κόπο) και έτσι παραδίδεται στην εύπεπτη μαζική κουλτούρα.
Το άτομο μη ικανοποιημένο ως παραγωγός προσπαθεί να βρει ικανοποίηση ως καταναλωτής, όμως την αποξενωμένη εργασία ακολουθεί η αποξενωμένη κατανάλωση.[58] Τα αντικείμενα αποκτούν όλο και μεγαλύτερη εξουσία πάνω στους ανθρώπους. Τα ακριβά αμάξια, τα κοσμήματα, η προτίμηση σε κάποιο συγκεκριμένο ποτό μετατρέπονται σε χαρακτηριστικά βάσει των οποίων αξιολογείται η προσωπικότητα μας.[59] Τα οντολογικά ανθρώπινα μας χαρακτηριστικά προσπαθούν και αποτυγχάνουν να πραγματωθούν μέσα από αυτή τη στρεβλή, διαμεσολαβημένη από τα πράγματα διαδικασία.
Τα ίδια τα προϊόντα δεν καταναλώνονται ως αξίες χρήσης, αλλά για να ικανοποιήσουν την αίσθηση του έχειν, αυτός είναι και ο λόγος που πολλά αντικείμενα αποκτούνται αλλά δεν χρησιμοποιούνται ποτέ(σαν βιβλία απείραχτα σε ράφι βιβλιοθήκης). Με αυτόν τον τρόπο η κατανάλωση αναπαράγει την αποξένωση του ανθρώπου από των κοινωνικό του εαυτό και την διευρύνει, βάζει τα άτομα να συναγωνίζονται σε ένα στίβο μάχης για το ποιός θα αποκτήσει περισσότερα αγαθά.[60] Ο Ζίγκμουντ Μπάουμαν υποστηρίζει πως στις σύγχρονες καπιταλιστικές κοινωνίες οι καταναλωτές είναι συλλέκτες αισθήσεων, συλλέκτες πραγμάτων είναι δευτερευόντως. Οι άνθρωποι δεν στοχεύουν σε κάποιο απώτερο υπερβατικό σκοπό, αλλά στο να γίνουν συλλέκτες όσο το δυνατόν περισσότερων εμπειριών.[61] Αυτό μπορούμε να το παρατηρήσουμε στις διαφημίσεις, που σπάνια αναφέρονται στις αξίες χρήσης των αντικειμένων.[62] Τα προϊόντα συμβολοποιούνται και παρουσιάζονται  σαν φορείς αισθήσεων ή σαν αντικείμενα που προσδίδουν μαγικές ιδιότητες στους κατόχους τους. Υπό αυτήν την έννοια η επαφή με τα αντικείμενα γίνεται αυτοσκοπός και αυτά αποκτούν μεταφυσικές ιδιότητες, ικανές να δημιουργούν στα υποκείμενα αισθήσεις, τις οποίες στερούνται στις απανθρωπισμένες σχέσεις τους με τους άλλους ανθρώπους. Έτσι τα αντικείμενα έρχονται να υποκαταστήσουν την απαραίτητη ανθρώπινη επαφή που παραγκωνίζεται εξαιτίας του ακραίου ατομικισμού. Ο ατομικισμός αυτός σε μεγάλο βαθμό τροφοδοτείται από τον έντονο ανταγωνισμό στην αγορά εργασίας.  Βέβαια σε μια κοινωνία που η κατανάλωση για την κατανάλωση κατέχει τέτοια εξέχουσα θέση, αυτές οι μαγικές ιδιότητες αποτελούν κοινό κώδικα μεταξύ των ανθρώπων, και έτσι έχει πραγματική σημασία  για το ποιός είσαι και τι αναγνώριση λαμβάνεις, το τι αυτοκίνητο οδηγείς και το τι φίρμα ρούχα φοράς.
Η εξάρτηση από τα πράγματα φτάνει στο έπακρο υπό τη μορφή της εξάρτησης του αλκοολικού ή του ναρκομανή, προσφιλείς συνήθειες που αποτελούν σκοτεινά καταφύγια σε έναν απανθρωπισμένο κόσμο ο οποίος δεν συγχωρεί και δεν περιμένει κανέναν. Αυτός που δεν μπορεί να προσαρμοστεί στις επιταγές της αγοράς καταδικάζεται στην παθητικότητα και στον μαρασμό.[63] Υπάρχει γενικά μια μεγάλη ποικιλία ναρκωτικών και ουσιών, που αγκαλιάζουν διάφορες όψεις του σύγχρονου τρόπου ζωής, όπως για παράδειγμα ναρκωτικά που σε βοηθούν να διαχειριστείς το εργασιακό, ναρκωτικά που σου δίνουν δύναμη να δουλέψεις παραπάνω ώρες όταν η φύση της δουλειάς απαιτεί συνεχείς και έντονους ρυθμούς, ακόμα και συνταγογραφημένες ουσίες για κάθε είδους παθογένεια  που σχετίζεται με  τον σύγχρονο καταμερισμό της εργασίας.
Αυτό που γίνεται στην εργασία αντανακλάται σε όλους τους κοινωνικούς θεσμούς(σχολείο, οικογένεια, συλλογικότητες), για παράδειγμα στα σύγχρονα σχολικά βιβλία υπάρχουν μαθήματα που σε προετοιμάζουν για την ένταξη στην αγορά εργασίας. Μπούσουλες για το πως συντάσσεται ένα βιογραφικό, εκθέσεις με θέμα "γράψετε ένα γράμμα που θα ζητάτε από κάποιον να σας σπονσοράρει" κ.α. Αλλά και τα ίδια τα σχολεία ως χώροι μάθησης, καλούνται με τη σειρά τους να απευθυνθούν σε σπόνσορες για να μπορέσουν να βγάλουν εις πέρας τις οικονομικές τους υποχρεώσεις, ενώ τα νοσοκομεία διοικούνται από μάνατζερ που προσπαθούν να μειώσουν τα έξοδα και να αυξήσουν τα έσοδα με κάθε κόστος, ακόμα και αν αυτό σημαίνει χειρότερες υπηρεσίες προς τους ασθενείς. Η αγορά έχει κατακτήσει τα πάντα, και όπως η σύγχρονη εργασία έχει απανθρωπίσει τον άνθρωπο, έτσι και  η αγορά έχει απανθρωπίσει την κοινωνία μέσα στην οποία ζει ο άνθρωπος.  Αυτό συμβαίνει επειδή σκοπός μιας κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας, όπως μας λέει ο Μαρξ, δεν είναι η ικανοποίηση των ανθρωπίνων αναγκών αλλά η συνεχής παραγωγή κέρδους.[64] Εστιάζοντας στην τεϋλορικού τύπου εργασία, βλέπουμε εκεί πιο ξεκάθαρα από οπουδήποτε αλλού, πως το ανθρώπινο υποκείμενο καταλήγει να μην είναι τίποτα παραπάνω από ένα γρανάζι σε μια μηχανή παραγωγής κέρδους όπως είναι η βιομηχανία.
Στις σύγχρονες κοινωνίες η κατάσταση της διαρκούς κίνησης, η συνεχής επαναδιαπραγμάτευση της ταυτότητας του ατόμου, που είναι απαραίτητη για να παραμένει κάποιος μάχιμος στην αγορά εργασίας, εξαναγκάζει τα άτομα να τρέχουν σε μια σκληρή κούρσα εκσυγχρονισμού ή αφανισμού.[65] Με την αύξηση της ανεργίας, παρόλο που όλες οι εξαντλητικές προσπάθειες του ατόμου να αναγνωριστεί αποτυγχάνουν, εκείνο αναγκάζεται να προσπαθήσει ακόμη περισσότερο να κρατήσει το ρυθμό, μέχρι τελικά να εξαντληθεί και να ποδοπατηθεί. Ιδιαίτερα σε περιόδους καπιταλιστικής κρίσης το άτομο όχι μόνο δεν καταφέρνει να αυτοπραγματωθεί στην εργασία, αλλά πολύ συχνά δυσκολεύεται ακόμα και να επιβιώσει, αφού οι συνθήκες μέσα στις οποίες δουλεύει και που πρέπει κάτω από το φόβο της ανεργίας να υποστεί, γίνονται όλο και πιο απάνθρωπες, όλο και λιγότερο ανταποδοτικές για τον ίδιο.

Συμπεράσματα

Όλοι οι θεωρητικοί στους οποίους αναφερθήκαμε παραπάνω, συμφωνούν ότι οι σύγχρονες μορφές εργασίας αλλοτριώνουν τους ανθρώπους, τους αποξενώνουν από τον εαυτό τους. Οι επιπτώσεις αυτού του φαινομένου πάνω στους ανθρώπους ποικίλουν, τρομοκρατούν, αποχαυνώνουν, απομονώνουν, περιθωριοποιούν τα άτομα, επίσης δεν τα αφήνουν να ολοκληρωθούν ως προσωπικότητες. Βέβαια δεν είναι μόνο οι σύγχρονες κοινωνίες αλλοτριωμένες, απλά οι τρόποι και τα είδη της αλλοτρίωσης αλλάζουν από ιστορική εποχή σε ιστορική εποχή.
Συνεπώς Οι αλλοτριωτικές μορφές της εργασίας αντιστοιχούν σε καθορισμένες κοινωνικές δομές, και εδώ κάθε θεωρητικός δίνει την ερμηνεία του. Για παράδειγμα τόσο ο Le Goff όσο και ο Dejours, πιστεύουν ότι αιτία είναι μια ειδική μορφή, φαινομενικά την πιο επιθετική, με την οποία εμφανίζεται ο καπιταλισμός, αυτή του νεοφιλελευθερισμού και συνιστούν έναν εξορθολογισμό της οικονομικής σφαίρας προς το πιο ανθρώπινο. Για τον Μαρξ, η αλλοτρίωση παράγεται αναγκαία από την φύση του καπιταλισμού εν γένει και σε όλες τις πιθανές μορφές του. Αυτό συμβαίνει επειδή στα πλαίσια της καπιταλιστικής παραγωγής και της συσσώρευσης της ατομικής ιδιοκτησίας σε λίγα χέρια, αποσπάται από τους παραγωγούς η εργατική τους δύναμη, γίνεται ιδιοκτησία άλλων, και έτσι η εργασία χάνει την χειραφετική της υπόσταση και μετατρέπεται στο ακριβώς αντίθετο. Η Arendt δεν πιστεύει καν ότι η εργασία έχει χειραφετική υπόσταση και υποστηρίζει ότι ο μόνος τρόπος για να χειραφετηθούν τα ανθρώπινα υποκείμενα είναι να διαχωριστεί η σφαίρα της εργασίας από τη σφαίρα της πολιτικής.
Αυτό που από ψυχαναλυτική σκοπιά εντοπίζει ο Dejours στην μεταφορντική κοινωνία και προσπαθεί να περιγράψει, είναι κάτι που έχει εντοπίσει πρωτύτερα και ο Φρόυντ για την φορντική κοινωνία. Είναι η δυσφορία που νιώθει το υποκείμενο μέσα σε μια κοινωνία που του εναντιώνεται. Αν δεχθούμε την άποψη του Μαρξ ότι η ρίζα του κακού είναι η ατομική ιδιοκτησία και η καπιταλιστική παραγωγή, τότε πρέπει να δεχθούμε ότι το πρόβλημα αυτό θα διαιωνίζεται για όσο καιρό θα υπάρχει ατομική ιδιοκτησία και καπιταλιστικού τύπου παραγωγή.
Παρατηρούμε από τα όσα είδαμε ως τώρα, πως αυτή η εργαλειακή ορθολογικότητα που επιτάσσει η λογική της αύξησης του κέρδους και της μεγέθυνσης της ατομικής ιδιοκτησίας, είναι μια ορθολογικότητα που επιβάλλεται στα υποκείμενα σε συνθήκες καπιταλισμού(ή νεοφιλελευθερισμού για κάποιους) και έρχεται σε αντίθεση με τη ανθρώπινη τους φύση ως κοινωνικά όντα.  Η σφαίρα της εργασίας αγκαλιάζει όλες τις υπόλοιπες σφαίρες(πολιτική, οικονομική, ιδιωτική), και έτσι η αλλοτρίωση που ξεκινά από την εργασία "μολύνει" όλες τις εκδοχές της ανθρώπινης δράσης.
Με το να έχουν υποταχθεί τα άτομα ολοκληρωτικά στην δύναμη των αντικειμένων, όσο ο αντικειμενικός κόσμος, ο δημιουργημένος από την ανθρώπινη εργασία γιγαντώνεται, τόσο περισσότερο ισχυρές είναι οι συνέπειες του πάνω στα άτομα.  Όταν επιταχύνεται η παραγωγή, αυξάνονται οι ρυθμοί της οικονομίας, και είναι ζήτημα το κατά πόσο μπορούν αυτούς τους ξέφρενους ρυθμούς να τους ακολουθήσουν τα υποκείμενα. Στον καπιταλισμό, το να γίνεται η δουλειά γρηγορότερα και πιο αποτελεσματικά με την υιοθέτηση μιας νέας τεχνολογίας, σημαίνει αύξηση της ανεργίας, άρα αύξηση της ανασφάλειας, αύξηση των απαιτήσεων στην εργασία, ένταση του εργασιακού και του υπαρξιακού στρες.
Το σπάσιμο των συλλογικοτήτων, κάτι που δεν συμβαίνει στην τύχη αλλά αποτελεί συνεχή μέριμνα των εργοδοτών και της ιδεολογίας που αναπαράγουν με τα μέσα προπαγάνδας που κατέχουν, έχει ως αποτέλεσμα τα υποκείμενα να δρουν και να σκέφτονται ως ατομικότητες. Δρουν συλλογικά και συντονισμένα μόνο στο βαθμό που η εργασία τους το απαιτεί, και κατά τα άλλα βρίσκονται διασπασμένοι και ανταγωνιστικοί ο ένας απέναντι άλλο. Αδυνατούν να δουν τα συμφέροντα τους συλλογικά, και προσπαθούν να αντεπεξέλθουν στις προκλήσεις σαν ατομικότητες.
Οι άνθρωποι αντί να έρχονται ο ένας σε επαφή με τον άλλο σαν προσωπικότητες που είναι, έρχονται σε επαφή ως καταναλωτές. Τα κενά που αφήνει η έλλειψη ανθρώπινης επαφή στον αποξενωμένο σύγχρονο κόσμο τα καλύπτουν τα προϊόντα που οι "ποιότητες" τους και τα μαγικά νοήματα με τα οποία είναι αυτά φορτισμένα υποτάσσουν τον άνθρωπο στις δυνάμεις τους. Ο σημερινός κόσμος είναι ένας φετιχιστικός κόσμος μέσα στον οποίο η καπιταλιστική αγορά έχει κανονιστική ισχύ και τα εμπορεύματα λατρεύονται σαν θεότητες.  Το πιο τραγικό από όλα είναι πως αυτόν τον κόσμο τον οικοδομεί ό ίδιος ο άνθρωπος με την εργασία του.
Ακόμα και γνωρίζοντας όλα τα παραπάνω δεν μπορούμε να δαιμονοποιήσουμε την εργασία αυτή καθ αυτή, καθώς και στη σημερινή της μορφή αναπτύσσει τις ικανότητες του ανθρώπου και μέσα από αυτή εξελίσσεται και οικοδομείται η ίδια η κοινωνία. Η εργασία δεν είναι από τη φύση της ελαττωματική, απλά σε εποχές με υπαρκτές αντιφάσεις στον τρόπο που οικοδομείται η παραγωγή, όπως είναι και η δική μας, είναι λογικό να παράγονται ανωμαλίες και αναγκαιότητες που καταπιέζουν τα υποκείμενα.  Αποτελεί θα έλεγε κανείς το μεγαλύτερο στοίχημα από όλα, το να φτάσουμε σε μια χειραφετημένη κοινωνία, που η εργασία δεν θα γίνεται μέσο υποταγής του ανθρώπου στα αντικείμενα(ή μέσο υποταγής της μιας τάξης στην άλλη), αλλά μέσο αυτοεκπλήρωσης του. Για την επίτευξη όμως ένα τέτοιου στόχου φοβάμαι ότι θα πρέπει πρώτα να εργαστούμε πολύ σκληρά.

Βιβλιογραφία:

- Γιώργος Ρούσης, ο λόγος στην ουτοπία, εκδόσεις Γκοβόστη, β έκδοση, Αθήνα.
- Καρλ Μαρξ, οικονομικά και φιλοσοφικά χειρόγραφα.
- Jean Philippe Deranty, Work and the Precarisation of Existence, European Journal of Social Theory, 11(4), σελ. 443-463.
- Anders Petersen and Rasmus Wiling, Work and recognition: Reviewing New Forms of Pathological Developments, Acta Sociologica, 2004(47), σελ. 338-350.
- Ηρακλής Μαυρίδης, Αναστοχαστικότητα, Διακινδύνευση, Ταυτότητα: Για την κοινωνιολογία της νεωτερικότητας του Άντονυ Γκίντενς, στο, Σ.Μ. Κονιόρδος, κ.α, Κοινωνική Σκέψη και Νεωτερικότητα, εκδ. Gutenberg, Αθήνα 2010, σελ. 371-396.
- Βασίλης Ρωμανός, Εργασία και χειραφέτηση: Marx και Arendt,  στο Εργασία και Κοινωνία, διεπιστημονικές προσεγγίσεις, επιμ. Χριστίνα Καρακιουλάφη - Μάνος Σπυριδάκης, Εκδόσεις ΔΙΟΝΙΚΟΣ, Αθήνα 2010.
- Νίκος Δεμερτζής και Κώστας Περέζους, Ο Ζίγκμουντ Μπάουμαν και η διφορούμενη Νεωτερικότητα στο, Σ.Μ. Κονιόρδος, κ.α, Κοινωνική Σκέψη και Νεωτερικότητα, εκδ. Gutenberg, Αθήνα 2010, 347-379.


[1] Γιώργος Ρούσης, ο λόγος στην ουτοπία, εκδόσεις Γκοβόστη, β έκδοση, Αθήνα, σελ. 29.
[2] Στο ίδιο, σελ. 29-30.
[3] Στο ίδιο, σελ. 30.
[4] Στο ίδιο, σελ. 30.
[5] Στο ίδιο, σελ. 31.
[6] Στο ίδιο, σελ. 32.
[7] Στο ίδιο, σελ. 33-36.
[8] Στο ίδιο, σελ. 78.
[9] Στο ίδιο, σελ. 78-79.
[10] Στο ίδιο, σελ. 79.
[11] Στο ίδιο, σελ. 81.
[12] Στο ίδιο, σελ. 82-84.
[13] Στο ίδιο, σελ. 84-85.
[14] Στο ίδιο, σελ. 85.
[15] Καρλ Μαρξ, οικονομικά και φιλοσοφικά χειρόγραφα, σελ. 92.
[16] Στο ίδιο, σελ. 93.
[17] Στο ίδιο, σελ. 95-96.
[18] Στο ίδιο, σελ. 96.
[19] Ρούσης, ο λόγος στην ουτοπία, ο.π, σελ. 91.
[20] Jean Philippe Deranty, Work and the Precarisation of Existence, European Journal of Social Theory, 11(4), σελ. 443-463.
[21] Στο ίδιο.
[22] Στο ίδιο.
[23] Στο ίδιο.
[24] Στο ίδιο.
[25] Στο ίδιο.
[26] Στο ίδιο.
[27] Στο ίδιο.
[28] Στο ίδιο.
[29] Στο ίδιο.
[30] Στο ίδιο.
[31] Στο ίδιο.
[32] Στο ίδιο.
[33] Στο ίδιο.
[34] Στο ίδιο.
[35] Στο ίδιο.
[36] Στο ίδιο.
[37] Στο ίδιο.
[38] Στο ίδιο.
[39] Στο ίδιο.
[40] Στο ίδιο.
[41]  Anders Petersen and Rasmus Wiling, Work and recognition: Reviewing New Forms of Pathological Developments, Acta Sociologica, 2004(47), σελ. 338-350.
[42] Στο ίδιο.
[43] Στο ίδιο.
[44] Με την Φροϋδική έννοια.
[45] Ηρακλής Μαυρίδης, Αναστοχαστικότητα, Διακινδύνευση, Ταυτότητα: Για την κοινωνιολογία της νεωτερικότητας του Άντονυ Γκίντενς, στο, Σ.Μ. Κονιόρδος, κ.α, Κοινωνική Σκέψη και Νεωτερικότητα, εκδ. Gutenberg, Αθήνα 2010, σελ. 371-396, σελ. 386.
[46] Όλα αυτά υπήρχαν σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό στο τεϊλορικό-φορντικό μοντέλο, έστω και αν η εργασία ήταν στις περισσότερες περιπτώσεις πολύ μονότονη και επαναλαμβανόμενη. Αυτή η δυνατότητα υπήρχε επειδή ο καπιταλισμός βρίσκονταν εκείνη την ιστορική εποχή σε μια διαφορετική φάση από τη σημερινή, τόσο σε δομικό-οικονομικό επίπεδο, σε διαχειριστικό, όσο και σε τεχνολογικό, αφού η επανάσταση στις συγκοινωνίες και στην επικοινωνία πληροφορική δημιούργησε νέες ισορροπίες και έγινε πολύ πιο εύκολη η συγκεντροποίηση της ιδιοκτησίας και του μάνατζμεντ, σε ένα πολύ πιο αποκεντρωμένο γεωγραφικά, παγκόσμιο μοντέλο παραγωγής.
[47] Anders Petersen and Rasmus Wiling, <<Work and recognition>>, ο.
[48] Στο ίδιο.
[49] Βασίλης Ρωμανός, Εργασία και χειραφέτηση: Marx και Arendt,  στο Εργασία και Κοινωνία, διεπιστημονικές προσεγγίσεις, επιμ. Χριστίνα Καρακιουλάφη - Μάνος Σπυριδάκης, Εκδόσεις ΔΙΟΝΙΚΟΣ, Αθήνα 2010, σελ. 28.
[50] Στο ίδιο, σελ. 31.
[51] Στο ίδιο, σελ. 31-32.
[52] Στο ίδιο, σελ. 33.
[53] Στο ίδιο, σελ. 34.
[54] Στο ίδιο, σελ. 35.
[55] Ρούσης, ο λόγος στην ουτοπία, ο.π, σελ. 113.
[56] Στο ίδιο, σελ. 116.
[57] Στο ίδιο, σελ. 130.
[58] Στο ίδιο, σελ. 127.
[59] Στο ίδιο, σελ. 115.
[60] Στο ίδιο, σελ. 123.
[61] Νίκος Δεμερτζής και Κώστας Περέζους, Ο Ζίγκμουντ Μπάουμαν και η διφορούμενη Νεωτερικότητα στο, Σ.Μ. Κονιόρδος, κ.α, Κοινωνική Σκέψη και Νεωτερικότητα, εκδ. Gutenberg, Αθήνα 2010, 347-379, σελ. 352.
[62] Ρούσης, ο λόγος στην ουτοπία, ο.π, σελ. 163.
[63] Στο ίδιο, σελ. 138.
[64] Στο ίδιο, σελ. 121.
[65] Δεμερτζής και Κώστας Περέζους, Ο Ζίγκμουντ Μπάουμαν και η διφορούμενη Νεωτερικότητα, ο.π, σελ. 354.

Λαγωνικάκης Φραγκίσκος(Poexania)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΚΑΝΟΝΕΣ ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΥ

Είμαστε ανοιχτοί σε όλα τα σχόλια που προσπαθούν να προσθέσουν κάτι στην πολιτική συζήτηση.

Σχόλια :
Α) με υβριστικό περιεχόμενο ή εμφανώς ερειστική διάθεση
Β) εκτός θέματος ανάρτησης
Γ) με ασυνόδευτα link (spamming)
Δ) χωρίς τουλάχιστον ένα διακριτό ψευδώνυμο
Ε) που δεν σέβονται την ταυτότητα και τον ιδεολογικό προσανατολισμό του blog

ΘΑ ΔΙΑΓΡΑΦΟΝΤΑΙ.

Παρακαλείστε να γράφετε τα σχόλια σας στα Ελληνικά