4 Μαρτίου 2014

Η προβληματική της έννοιας της ιδεολογίας στην Γερμανική ιδεολογία και της έννοιας του φετιχισμού του εμπορεύματος στο Κεφάλαιο.

 

Εισαγωγή

Τόσο η έννοια της ιδεολογίας όσο και εκείνη του φετιχισμού του εμπορεύματος, αποτελούν κεντρικά ζητήματα στη θεωρίας του Μαρξ. Παρακάτω θα αναφερθούμε σε κάθε μία από αυτές τις έννοιες ξεχωριστά, αρχικά σε αυτήν της ιδεολογίας όπως αυτή παρουσιάζεται στο πρώτο κεφάλαιο του πρώτου τόμου της Γερμανικής Ιδεολογίας,  και κατόπιν στην έννοια του φετιχισμού του εμπορεύματος από τον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου. Σκοπός μας είναι, πέρα από το να ερμηνευθούν οι δυο αυτές έννοιες, να φανεί και η σύνδεση που υπάρχει ανάμεσα στο πρώιμο και στο πιο ώριμο έργο του Μαρξ. Αυτόν τον σκοπό εξυπηρετεί η ενότητα 1.1, στην οποία παρουσιάζονται κάποιες έννοιες από την Γερμανική Ιδεολογία, όπως αυτή του τυχαίου ατόμου, την οποία εξελίσσει ο Μαρξ και στα κομμάτια του Κεφαλαίου που ερμηνεύουν τον φετιχισμό του εμπορεύματος.

1. Καρλ Μαρξ, «Γερμανική Ιδεολογία»

1.1 Η ιδεολογία

Για τον Μαρξ, ο τρόπος που τα άτομα εκδηλώνουν τη ζωή τους αντανακλά αυτό που πραγματικά είναι. Παράγοντας τα μέσα της ύπαρξης τους, αναπαράγουν την υλική τους ζωή. Μπορούμε να πούμε, ότι μέσα σε αυτούς τους υλικούς όρους, είναι που ο άνθρωπος πραγματώνεται ως κοινωνικό και έλλογο όν. Συνεπώς, το κατά το πώς είναι οργανωμένες οι παραγωγικές σχέσεις και ο καταμερισμός της εργασίας, ορίζει και τη μορφή τη  επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων. Για να το επιβεβαιώσουμε αυτό μπορούμε να εξετάσουμε το πώς στοιχειοθετούνταν το «ανθρώπινο περιβάλλον» σε διαφορετικές ιστορικά καθορισμένες μορφές παραγωγής (όπως για παράδειγμα στην φεουδαρχία, στις δουλοκτητικές κοινωνίες κλπ).[1] Στο έργο του Η Γερμανική Ιδεολογία ο Μαρξ ασκεί έντονη κριτική στους γερμανούς φιλοσόφους, επειδή ακριβώς, δεν μπορούν (ή δε θέλουν;) να κατανοήσουν αυτό που περιγράψαμε παραπάνω.
Για τον Μαρξ οι Γερμανοί φιλόσοφοι αδυνατούν να ξεφύγουν από την επιρροή που τους ασκεί η χεγκελιανή παράδοση. Υποστηρίζει πως ακόμα και όταν προσπαθούν να ασκήσουν κριτική σε αυτήν την παράδοση, το κάνουν χρησιμοποιώντας τους δικούς της όρους αλλάζοντας απλά κάποιες λέξεις. Η βάση από την οποία όλοι ξεκινούν, και από τη οποία δεν μπορούν να αποδράσουν, είναι το «αξίωμα» ότι τα προϊόντα της συνείδησης έχουν μια ανεξάρτητη ύπαρξη. Αν λοιπόν οι ιδέες, ως προϊόντα της συνείδησης, έχουν ανεξάρτητη ύπαρξη, τότε δεν μπορούν να ειδωθούν στην (για το Μαρξ) πραγματική τους διάσταση, σαν γεννήματα, ή πιο σωστά σαν αντανακλάσεις του φυσικού και του κοινωνικού κόσμου στην ανθρώπινη νόηση.[2] Οι γερμανοί φιλόσοφοι κατεβαίνουν από τον ουρανό(τις ιδέες) στην Γη, και όχι από τη Γη, τον υλικό δηλαδή κόσμο, προς τις ιδέες, κάτι που τους δημιουργεί μια σειρά από «φαντασιώσεις».[3]
Ενώ λοιπόν η αναπαραγωγή του υλικού κόσμου είναι άμεσα συνδεδεμένη με την καλλιέργεια της ανθρώπινης συνείδησης, οι γερμανοί φιλόσοφοι αδυνατούν να το αντιληφθούν αυτό, και όταν περιγράφουν τον άνθρωπο, την ιστορία, την κοινωνία, το κάνουν με φαντασιακούς όρους, όρους που όπως εξηγεί αργότερα ο Μαρξ, πηγάζουν και εκείνοι από τον τρόπο που είναι δομημένη η γερμανική κοινωνία. Πιο συγκεκριμένα, ο τρόπος που αναπαράγεται ο υλικός κόσμος, και οι ορισμένες ανθρώπινες σχέσεις που τον απαρτίζουν, είναι και η αιτία ύπαρξης των στρεβλώσεων αυτών. Τα φαντάσματα αυτά που επικαλούνται οι γερμανοί, όπως τα αποκαλεί ο Μαρξ, δεν έρχονται από το υπερπέραν, αλλά αποτελούν εξιδανικεύσεις της υλικής διαδικασίας της ζωής των ανθρώπων, μιας και είναι η πραγματικότητα εκείνη που καθορίζει τη συνείδηση και όχι το αντίστροφο.[4]
Έτσι ο Φούερμπαχ για παράδειγμα, δεν μπορεί να αντιληφθεί ότι ο κόσμος μέσα στον οποίο ζει, δεν είναι κάτι δεδομένο, αλλά αποτέλεσμα μιας εξελικτικής διαδικασίας. Εξαιτίας αυτού του πράγματος, ο Φούερμπαχ, αλλά και άλλοι γερμανοί φιλόσοφοι, όλες τις εποχές πριν από την εποχή στην οποία ζούνε, τις θεωρούν α-ιστορικές.[5] Αν δεν τις θεωρούσαν τέτοιες, ίσως θα μπορούσαν να αντιληφθούν το γεγονός, ότι η συνείδηση κάθε εποχής πηγάζει από τις υλικές συνθήκες αναπαραγωγής της ζωής. Αντίθετα, βλέπουν την συνείδηση σαν μια χειραφετημένη από τον υλικό κόσμο ύπαρξη, κάτι που αποτελεί τη βάση διαφόρων θρησκευτικών, ηθικών και φιλοσοφικών θεωριών.[6] Ακόμα και ο Χέγκελ, ο οποίος διακρίνει μια πορεία εξέλιξης της ιστορίας, την βλέπει ως μια αλληλουχία γεγονότων, που σκοπός του παλαιότερου γεγονότος είναι το νεώτερο γεγονός.[7] Έτσι εμφανίζεται η ιστορία να έχει τελικό σκοπό, στα πλαίσια του οποίου, αποτελεί μια διαδικασία πραγμάτωσης του εαυτού της, με αρχή και “τέλος”, όπου η πρώτη στιγμή περικλείει μέσα της δυνάμει την τελευταία. Η “ιστορική εξέλιξη” υπό αυτήν την έννοια, δεν οφείλεται στην αλληλεπίδραση του ανθρώπου με τον περιβάλλοντα κόσμο, αλλά υπάρχει πέρα και έξω από τον υλικό κόσμο, και είναι σαν ο υλικός κόσμος απλά να υπηρετεί και να εκπληρώνει τον τελικό σκοπό της ιστορίας. Η ιστορία μπορούμε να πούμε, γίνεται αντιληπτή ως μια φαντασιακή – πνευματική μορφή – στα μάτια των γερμανών φιλοσόφων.
Οι γερμανοί φιλόσοφοι επιμένουν ότι τα προβλήματα του κόσμου οφείλονται σε καταστάσεις του πνεύματος. Έτσι ο Φούερμπαχ, μας λέει ότι η ύπαρξη ενός  ανθρώπου είναι ταυτόχρονα η ουσία του, οι όροι ζωής του καθ ενός είναι οι όροι εκείνοι που ικανοποιούν την ουσία του, αν η ουσία του δεν ικανοποιείται αυτό αποτελεί μια εξαίρεση που δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί. Έτσι τα εκατομμύρια των προλετάριων που αισθάνονται καταπιεσμένοι, πρέπει να υποστούν ήρεμα το μαρτύριο τους, μιας και δεν γίνεται να αλλάξουν την κατάσταση τους.[8] Κινούμενοι στην περιοχή του “καθαρού πνεύματος” οι γερμανοί φιλόσοφοι, κάνουν τη θρησκευτική αυτή ψευδαίσθηση κινητήριο δύναμη της ιστορίας. Αδυνατούν να δουν μια εποχή όπως πραγματικά είναι, και τη βλέπουν όπως φαντάζεται η ίδια τον εαυτό της. Όταν πραγματεύονται ιστορικά θέματα, παρουσιάζουν την ιστορία των ιδεών της εποχής, αποσπασμένη από τα γεγονότα και την πρακτική εξέλιξη που αποτελούν την πραγματική τους βάση.[9] Η ιστορία που έχουν στο μυαλό τους οι φιλόσοφοι, αποτελεί μια αφήγηση διαδοχικών εποχών, βάσει του πως αυτές οι εποχές έβλεπαν ή περιέγραφαν τον εαυτό τους, δηλαδή μια ιστορία των κυρίαρχων ιδεών της κάθε εποχής. Αυτός είναι και ο λόγος που βλέπουν τη θρησκεία, ή τις πολιτικές προσωπικότητες ως κινητήριες δυνάμεις της κοινωνίας, και όχι τις διεργασίες κάτω από τις οποίες αναδείχθηκε η εκάστοτε θρησκεία ή η εκάστοτε προσωπικότητα. Για  τον Μαρξ, όλα αυτά αποτελούν απλώς επικάλυμμα, ή μορφές της πραγματικής κινητήριας δύναμης, που είναι ο καταμερισμός της εργασίας που επικρατεί σε κάθε ιστορική εποχή. Για παράδειγμα, αναφερόμενος στους Ινδούς, μας λέει πως οι ιστορικοί πιστεύουν ότι είναι το σύστημα των Καστών εκείνο που οδήγησε στον αντίστοιχο καταμερισμό της εργασίας, αλλά στην πραγματικότητα είναι ο καταμερισμός εργασίας εκείνος που οδήγησε στον σχηματισμό των καστών.[10] Ο καταμερισμός της εργασίας, που μέχρι σήμερα δεν αποτελεί ελεύθερη επιλογή των ατόμων, αλλά υποτάσσει τους ανθρώπους σε καθορισμένες τάξεις, τους υποτάσσει ταυτόχρονα και σε συγκεκριμένες ιδέες και αντιλήψεις.[11]
Για τον Μαρξ, από τη στιγμή που οι παραγωγικές δυνάμεις εξελίσσονται, έρχονται σε αντίθεση με τις εκάστοτε παραγωγικές σχέσεις που τους στέκουν εμπόδιο, και έτσι όλες αυτές οι “ιδέες”(της συνείδησης των υποκειμένων), που είναι όπως είπαμε ιστορικά προσδιορισμένες, περνάνε κρίση και τελικά ανατρέπονται. Αυτές οι αντιθέσεις εγείρουν αγώνες, αγώνες οι οποίοι φέρνουν αντιμέτωπες μεταξύ τους τις κοινωνικές τάξεις, κατηγορίες δηλαδή ανθρώπων, με καθορισμένα συμφέροντα, θέση, καθώς και ρόλο στην εκάστοτε ιστορική εποχή. Ακόμα και αν οι αγώνες αυτοί εμφανίζονται με άλλες μορφές, πχ αγώνες της δημοκρατίας ενάντια στην αριστοκρατία, ή αγώνες για το εκλογικό δικαίωμα, από πίσω τους κρύβουν τις αξιώσεις των αντιμαχόμενων αυτών τάξεων. Κάθε τάξη που έχει βλέψεις να κατακτήσει την εξουσία και να γίνει κυρίαρχη(επαναστατική τάξη), οφείλει να παρουσιάσει τα ιδιαίτερα της συμφέροντα ως γενικά συμφέροντα, για να το πετύχει αυτό χρειάζεται να διαμορφώσει μια ιδεολογία μέσα στα πλαίσια της οποίας να νομιμοποιείται η κυριαρχία της.[12] Για να μπορεί να κυριαρχεί μια τάξη επάνω στις υπόλοιπες, εκτός από τον έλεγχο των υλικών όρων, πρέπει να έχει και τον έλεγχο των πνευματικών όρων, να φροντίζει δηλαδή οι ιδέες της να είναι οι κυρίαρχες ιδέες με το να ελέγχει τα μέσα πνευματικής παραγωγής. «Οι κυρίαρχες ιδέες δεν είναι τίποτε άλλο από την ιδεατή έκφραση των κυρίαρχων υλικών σχέσεων», οι διανοούμενοι είναι εκείνοι που αναλαμβάνουν κάθε φορά να επεξεργαστούν τις ψευδαισθήσεις αυτές που αποτελούν την κυρίαρχη ιδεολογία.[13]
Είναι πιθανόν κάποιες φορές να δίνεται η εντύπωση πως υπάρχει μια αντίθεση μεταξύ της υλικής και της πνευματικής παραγωγής, και ότι η μία έρχεται σε διαφωνία με την άλλη, όμως σε περίπτωση πραγματικής απειλής της κυρίαρχης τάξης η διαφωνία αυτή εκμηδενίζεται. Η ύπαρξη πραγματικά επαναστατικών ιδεών, προϋποθέτει την ύπαρξη μιας επαναστατικής τάξης που θα είναι φορέας τους.[14] Ένα τέτοιο ιστορικό παράδειγμα είναι η Γαλλική επανάσταση και ο διαφωτισμός που αποτέλεσε το ιδεολογικό της όχημα.
Επειδή  κάθε τάξη που σε κάθε ιστορική στιγμή κυριαρχεί χρειάζεται να προβάλει τις ιδέες της και να «επιβάλει» μέσο αυτών την κυριαρχία της στις συνειδήσεις των υποκειμένων, δίνεται η εντύπωση ότι η ιστορία βρίσκεται πάντα κάτω από την εξουσία των ιδεών, και έτσι μοιάζει λες και η «ιδέα» είναι η κυρίαρχη δύναμη στην ιστορία. Οι ιστορικοί βλέπουν στο πέρασμα του χρόνου, όχι τις τάξεις, αλλά τις ιδέες που αυτές φέρουν, να κυριαρχούν η μία πάνω στην άλλη, και έτσι αντί να αντιλαμβάνονται την ιστορία βάσει των υλικών της προσδιορισμών, φαντάζονται ως ιστορία την ιστορία των ιδεών.[15]
Ο Μαρξ ισχυρίζεται πως οι γερμανοί φιλόσοφοι, εξαιτίας της γερμανικής παράδοσης, βρίσκονται σε μεγαλύτερη πλάνη από ότι οι στοχαστές άλλων κρατών, πχ της Αγγλίας, και εδώ προφανώς ο Μαρξ έχει υπόψη του στοχαστές όπως ο Άνταμ Σμίθ. Αυτό ίσως οφείλεται, σε εκείνο που ο Μαρξ αναφέρει παρακάτω στην Γερμανική ιδεολογία, ότι η Γερμανία είναι μια χώρα η οποία την εποχή συγγραφής του έργου, βρίσκεται σε μεταβατικό στάδιο, και η φεουδαρχική τάξη παίζει ακόμα ρόλο. Αυτό σημαίνει ότι επικρατεί μια νόθα κατάσταση που το ένα τμήμα του πληθυσμού δεν μπορεί να επιβληθεί πάνω στα άλλα, δηλαδή να αποκτήσει την κυριαρχία η αστική τάξη και να υποτάξει την φεουδαρχική, οδηγώντας την στο μαρασμό.[16] Λαμβάνοντας υπόψη και τα όσα έχουμε αναφέρει παραπάνω, αν οι καπιταλιστικές σχέσεις είχαν ωριμάσει στη Γερμανία στον βαθμό που είχαν ωριμάσει για παράδειγμα στην Αγγλία την ίδια εποχή, τότε η παραγόμενη ιδεολογία θα πατούσε σε πιο υλική/στέρεα βάση, δηλαδή στην ιδεολογία που παράγεται από την κυριαρχία της αγοράς.
Όμως δεν είναι μόνο η ιστορία που σαν έννοια αποκτά φαντασιακή υπόσταση μέσα στο μυαλό των γερμανών φιλοσόφων, αλλά, κάθε πράγμα δεν μπορούν ποτέ να το δουν στην πραγματική του διάσταση, αλλά μόνο με τη μεσολάβηση κάποιας φαντασιακής ύπαρξης. Και συγκεκριμένα λέει για τον Μαξ Στίρνερ(αποκαλώντας τον Άγιο), ότι αντιλαμβάνεται το κράτος σαν μια έννοια χωρίς ιστορικότητα, σαν να υπήρχε από πάντα στην μορφή που υπήρχε στη εποχή του.[17]
Στην πραγματικότητα θεσμοί όπως το κράτος και η δικαιοσύνη, σαν έννοιες, έχουν και αυτές ιστορικότητα, αποτελούν παράγωγα της εποχής τους, δεν βρίσκονται έξω από τον υλικό κόσμο, αντίθετα μεταβάλλονται μαζί του. Άσχέτως αν μέσα στο μυαλό τους οι γερμανοί βλέπουν το δίκαιο ως “καθαρό δίκαιο”, λες και είναι φτιαγμένο από αιθέρα, και το κράτος ως ένα θεσμό γενικής θέλησης. Δεν είναι η γενική θέληση απέναντι στους νόμους αυτή που δημιουργεί τους νόμους, αλλά το ειδικό συμφέρον της άρχουσας τάξης, που έχει επιβληθεί με τη μορφή γενικού νόμου (είτε μέσω άμεσης επιβολής, είτε με την μεσολάβηση της ιδεολογίας που το παρουσιάζει σαν γενικό συμφέρον). Σε κάθε ιστορική εποχή αντιστοιχεί διαφορετική κατανομή εργασίας, υπάρχουν διαφορετικές τάξεις, αν αλλάξει η κατανομή εργασίας, ή ταυτότητα και η ισορροπία των τάξεων, μεταβάλλονται ταυτόχρονα και όλοι οι θεσμοί, νομικοί, εκπαιδευτικοί, πολιτικοί, κλπ.

1.2 Η “επικοινωνία” και η έννοια του τυχαίου ατόμου

Για τον Μαρξ σε κάθε εποχή με καθορισμένου τύπου παραγωγικές δυνάμεις και σχέσεις, αντιστοιχεί μια μορφή επικοινωνίας που είναι τόσο ώριμη, όσο ώριμες είναι οι παραγωγικές σχέσεις που τη δημιούργησαν. Όταν οι παραγωγικές δυνάμεις εξελιχθούν, το είδος αυτό της επικοινωνίας που είχε τη βάση του σε παλαιότερες παραγωγικές σχέσεις, αρχίζει να γίνεται εμπόδιο και αυτό που στην παλαιότερη εποχή αποτελούσε το πλαίσιο μέσα στο οποίο επικοινωνούσαν τα άτομα, μετατρέπεται σε φράγμα. Κάθε φορά που οι παραγωγικές σχέσεις αλλάζουν, αλλάζει και ο τρόπος με τον οποίο τα άτομα έρχονται σε επικοινωνία, αυτό εξηγεί γιατί θα φανεί τρελό σε ένα εργάτη του σήμερα να έχει σχέση αφέντη δούλου με τον εργοδότη του, αντίθετα η σχέση τους ορίζεται από την πιο εξελιγμένη μορφή της τυπικά ελεύθερης μισθωτής εργασίας. Βέβαια κάθε φορά η παλαιά μορφή επικοινωνίας αντιστέκεται στην νέα μορφή, αυτό επειδή πίσω από κάθε μορφή βρίσκονται συγκεκριμένα συμφέροντα συγκεκριμένων τάξεων. Η παλαιά μορφή επικοινωνίας εκπροσωπείται από την μέχρι τότε κυρίαρχη τάξη και προστατεύεται από το κράτος και τους νόμους, η νέα μορφή επικοινωνίας από την προοδευτική τάξη που έχει βλέψεις για την εξουσία. Για να επιβάλει η νέα επαναστατική τάξη τον δικό της τρόπο στον οποίο αντιστοιχεί μια συγκεκριμένη εξελιγμένη μορφή επικοινωνίας, πρέπει πρώτα να συγκρουστεί και να τσακίσει την παραδοσιακή τάξη και τις δομές που έχουν στηθεί γύρω από αυτή.[18]
Ας αναφερθούμε στο σημείο αυτό στην έννοια του τυχαίου ατόμου, μια έννοια που ο Μαρξ αναπτύσσει στην Γερμανική Ιδεολογία και εξελίσσει αργότερα στο Κεφάλαιο. Ο Μαρξ μας λέει ότι στον καπιταλισμό οι παραγωγικές δυνάμεις εμφανίζονται σαν ένας ξεχωριστός κόσμος, ανεξάρτητος και αποχωρισμένος από τα άτομα αλλά πλάι στα άτομα. Αυτό συμβαίνει επειδή οι παραγωγικές δυνάμεις έχουν πάρει κατά κάποιο τρόπο μια υλική μορφή, έτσι που να μην είναι πια δυνάμεις των ατόμων αλλά της ατομικής ιδιοκτησίας, οπότε είναι δυνάμεις των ατόμων μόνο όταν τα άτομα κατέχουν ατομική ιδιοκτησία. Σε παλιότερες ιστορικές περιόδους, οι παραγωγικές δυνάμεις δεν είχαν μορφή τόσο αδιάφορη για την επικοινωνία των ατόμων σαν ατόμων.[19] Αυτό που εννοεί εδώ ο Μαρξ, είναι ότι η σχέση του δούλου προς τον αφέντη του, γινόταν αντιληπτή ως προσωπική σχέση μεταξύ τους, με καθορισμένες υποχρεώσεις και συμπεριφορά. Στην εμπορευματική κοινωνία, όπου τα πάντα είναι εμπόρευμα, ακόμα και η εργασία, ο συνδετικός κρίκος για τις σχέσεις των ατόμων είναι η χρηματική συναλλαγή, που πραγματώνεται μέσα στους κόλπους της κυρίαρχης αγοράς. Και είναι σχεδόν αδιάφορο το ποιός παρήγαγε το βαμβάκι, αφού αυτό υπάρχει στην αγορά ως “ανεξάρτητο” προϊόν που έχει παραχθεί από  αφηρημένη εργασία( έννοια την οποία θα εξετάσουμε στην επόμενη ενότητα). Αν κάτι έχει αποτυπωθεί στο προϊόν βαμβάκι, είναι η ποσότητα εργασίας που ξόδεψε ο παραγωγός, και όχι το πρόσωπο του.
Λέει παρακάτω ο Μαρξ ότι στα πλαίσια του καπιταλισμού η αυτόνομη δραστηριότητα υποχωρεί και μπαίνει ως πρώτη προτεραιότητα η παραγωγή της υλικής ζωής, που εμφανίζεται αποκλειστικά σαν σκοπός, και η εργασία ως μέσον αυτού του σκοπού.[20] Το παραπάνω μας φέρνει στο μυαλό τα διδάγματα του Βενιαμίν Φρανκλίνου για το κέρδος και την εργατικότητα, αλλά και τα όσα αναφέρει ο Βέμπερ για το πνεύμα της προτεσταντικής ηθικής στο ομώνυμο έργο του. Ίσως αυτός είναι και ο λόγος που οι διανοητές των πιο εξελιγμένων καπιταλιστικά κρατών της εποχής του Μαρξ(πχ Αγγλία), επειδή ακριβώς ο καπιταλισμός είναι προσανατολισμένος στην αναπαραγωγή της υλικής ζωή, έχουν λιγότερες “φαντασιώσεις” από εκείνες των γερμανών φιλοσόφων. Οι φαντασιώσεις που διακατέχουν τους αστούς οικονομολόγους, όπως θα δούμε και παρακάτω, είναι κυρίως φαντασιώσεις που πηγάζουν από το κοινωνικό σύστημα μέσα στο οποίο ζουν, το οποίο δεν εχθρεύεται την ύλη.
Το γεγονός ότι οι προσωπικότητες των ατόμων αποδεσμεύονται από τους κλειστούς ρόλους μέσα στους οποίους ήταν δεσμευμένες στην προ-καπιταλιστική εποχή, δεν κάνει τα άτομα περισσότερο ελεύθερα, αντίθετα τα μετατρέπει σε σκλάβους της ατομικής ιδιοκτησίας και της από-προσωποποιημένης παραγωγής. Όπως και στις προ-καπιταλιστικές κοινωνίες, έτσι και στις καπιταλιστικές, η εργασία και ο καταμερισμός αυτής δεν είναι πραγματικά ελεύθερος αλλά επιβεβλημένος, και τα άτομα δεν αναγνωρίζονται ως ξεχωριστές προσωπικότητες αλλά σαν “μέσοι όροι” της τάξης στην οποία ανήκουν. Εντούτοις, για τον Μαρξ, το άτομο ως τυχαίο άτομο θα μπορούσε να υπάρχει μόνο στην εξελιγμένη καπιταλιστική κοινωνία, το άτομο ως τυχαίο άτομο αποτελεί και αυτό εξελιγμένη κοινωνική μορφή. Έτσι, κατά κάποιο τρόπο, ο παραγωγός προλετάριος, απαλλαγμένος από τους ρόλους του παρελθόντος, αποτελεί μια δύναμη που μπορεί να ιδιοποιηθεί πια την ολότητα των παραγωγικών δυνάμεων και να μετατρέψει έτσι τη δραστηριότητα του σε αυτόνομη δραστηριότητα μιας ένωσης αυτόνομων ατόμων, ελεύθερα να αναπτύξουν ένα ευρύ σύνολο ικανοτήτων. Κύρια εμπόδια σε αυτή τη διαδικασία  ιδιοποίησης στέκονται η ατομική ιδιοκτησία, ο καταμερισμός της εργασίας, και οι καθορισμένες τάξεις(πλουτοκρατική και εργατική) που εξαιτίας τους οι εργάτες περιχαρακώνονται, γίνονται αντικείμενα εκμετάλλευσης, απονεκρώνονται ως προσωπικότητες και αντιμετωπίζονται ως απλά εργαλεία στην υπηρεσία της παραγωγής.[21]
Αξίζει να παραθέσουμε εδώ ένα απόσπασμα από τη Γερμανική Ιδεολογία:
[...]Σε όλες τις ιδιοποιήσεις μέχρι τώρα, μια μάζα ατόμων παρέμεναν υποταγμένα σε ένα μοναδικό εργαλείο παραγωγής. Στην ιδιοποίηση από μέρους των προλετάριων μια μάζα μέσων παραγωγής πρέπει να υποταχθεί σε κάθε άτομο, και η ιδιοκτησία σε όλα. Η σύγχρονη παγκόσμια επικοινωνία μπορεί λοιπόν να υποταχθεί στα άτομα, μόνο αν υποταχθεί σε όλα τα άτομα.[...][22]
Στην επόμενη ενότητα θα μας απασχολήσει η ειδική μορφή του φετιχισμού του εμπορεύματος όπως αυτή παρουσιάζεται στο Κεφάλαιο, η οποία συνδέεται με το πρώιμο έργο του Μαρξ, την Γερμανική Ιδεολογία, και ιδιαίτερα με την έννοια του τυχαίου ατόμου που μόλις αναλύσαμε.

2. Η έννοια του φετιχισμού του εμπορεύματος στο κεφάλαιο

Μιλώντας για την μορφή των εμπορευμάτων στον καπιταλισμό ο Μαρξ μας λέει ότι αυτά αποκτούν μυστικιστικές ιδιότητες. Τις ιδιότητες αυτές δεν μοιάζει να τις αποκτούν ως πράγματα του φυσικού κόσμου που είναι, ως “υλικά” που τα μεταχειρίζεται ο άνθρωπος μετατρέποντας τα σε κάτι ωφέλιμο για τον ίδιο, δηλαδή σαν αξίες χρήσης. Τις μυστικιστικές ιδιότητες τους τις κληρονομούν, όταν στα πλαίσια της καπιταλιστικής παραγωγής, τα πράγματα αυτά αποκτούν εμπορευματική μορφή.[23]
Η εμπορευματική μορφή αντανακλά τα κοινωνικά χαρακτηριστικά της δουλειάς των ανθρώπων, σαν υλικά χαρακτηριστικά των παραγόμενων προϊόντων, σαν φυσικές ιδιότητες των πραγμάτων. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα η συνολική εργασία να γίνεται αντιληπτή όχι ως μια σχέση των ανθρώπων μεταξύ τους, που στην πραγματικότητα είναι, αλλά ως μια σχέση των πραγμάτων μεταξύ τους, που οι άνθρωποι εργαλειακά την υπηρετούν.[24] Η εμπορευματική μορφή και η εμπορευματική αξία των προϊόντων στην πραγματικότητα δεν έχει καμία σχέση με τη φύση του αντικειμένου, δεν αποτελεί φυσική ιδιότητα, δεν κρύβεται σε κάποιο χαρακτηριστικό του προϊόντος όπως είναι το βάρος τού η το χρώμα του, αντίθετα αποτελεί μια μορφή που πηγάζει από μια καθορισμένη κοινωνική σχέση μεταξύ των ανθρώπων, και η οποία απαντάται στην καπιταλιστική εποχή.[25] Οι άνθρωποι για παράδειγμα, έκοβαν ξύλα για να τα κάψουν και να ζεσταθούν πολύ πριν από την εμφάνιση του καπιταλισμού, το καυσόξυλο όμως στις πρωτόγονες κοινωνίες δεν είχε κάποιου είδους εμπορευματική φαντασιακή διάσταση, αντίθετα στις καπιταλιστικές κοινωνίες έχει, ακόμα και αν η φυσική του μορφή δεν διαφέρει ούτε στο ελάχιστο από το καυσόξυλο των πρωτόγονων. Βέβαια το εμπόριο και οι εγχρήματες ανταλλαγές δεν εμφανίζονται πρώτη φορά στον καπιταλισμό, όμως στον καπιταλισμό είναι που γενικεύονται και κυριαρχούν στον απόλυτο βαθμό.
Την φαντασιακή μορφή των πραγμάτων ως προϊόντα και την κυριαρχία τους ανάμεσα στις κοινωνικές σχέσεις των ανθρώπων, ο Μαρξ την ονομάζει Φετιχισμό του εμπορεύματος..
[...]Για να βρούμε λοιπόν μια αναλογία, πρέπει να καταφύγουμε στη νεφελώδικη περιοχή του θρησκευτικού κόσμου. Εδώ τα προϊόντα του ανθρώπινου κεφαλιού φαίνονται σα να ναι προικισμένα με τη δική τους ζωή, σαν αυτοτελείς μορφές που βρίσκονται σε σχέσεις μεταξύ τους και με τους ανθρώπους. Το ίδιο γίνεται και στον κόσμο των εμπορευμάτων με τα προϊόντα του ανθρώπινου χεριού. Αυτό το ονομάζω φετιχισμό, που κολλάει στα προϊόντα εργασίας μόλις αρχίσουν να παράγονται ως εμπορεύματα, και που για αυτό είναι αχώριστος από την εμπορευματική παραγωγή[...][26]
Ο παραλληλισμός που κάνει εδώ ο Μαρξ, μας φέρνει στο μυαλό την θέση του Φούερμπαχ που μας λέει ότι ο άνθρωπος κληροδοτεί της δικές του δυνάμεις και ιδιότητες στον θεό, με αποτέλεσμα να παρουσιάζονται οι ανθρώπινες ιδιότητες σαν ιδιότητες του θεού. Έτσι και στην αγορά, οι ιδιότητες του ανθρώπου κληροδοτούνται στα προϊόντα, με αποτέλεσμα, και έτσι εμφανίζονται ως ιδιότητες των προϊόντων ενώ δεν είναι.
Παρακάτω ο Μαρξ λέει:
[...] Γενικά τα αντικείμενα χρήσης γίνονται εμπορεύματα μόνο γιατί είναι προϊόντα ατομικών εργασιών που ασκούνται η μία ανεξάρτητα από την άλλη. Το σύνολο αυτών των ατομικών εργασιών αποτελεί τη συνολική εργασία της κοινωνίας. Επειδή οι παραγωγοί έρχονται σε κοινωνική επαφή μόνο με την ανταλλαγή των προϊόντων της εργασίας τους, και τα ειδικά χαρακτηριστικά των ατομικών τους εργασιών φανερώνονται μονάχα στα πλαίσια αυτής της ανταλλαγής [...][27]
Εδώ ο Μαρξ περιγράφει στην ουσία την έννοια της αφηρημένης εργασίας, κάτι το οποίο όπως είδαμε φαίνεται να τον απασχόλησε και στην Γερμανική Ιδεολογία. Η αφηρημένη εργασία εμφανίζεται στον καπιταλισμό και αποτελεί μια από τις προϋποθέσεις για την εμφάνιση του φετιχισμού του εμπορεύματος. Τα άτομα μπαίνουν στην παραγωγή, και εργάζονται με σκοπό η αφηρημένη τους εργασία να παράξει εμπορεύματα. Τα εμπορεύματα αυτά θα κοινωνικοποιηθούν στην σφαίρα της ανταλλαγής μακριά από αυτούς που τα δημιούργησαν, και χωρίς να φέρουν το όνομα τους, έτσι οι σχέσεις των προσώπων πραγμοποιούνται και οι σχέσεις των πραγμάτων προσωποποιούνται. Γενικά μπορεί να πει κανείς ότι προσωποποιείται η ίδια οικονομική δραστηριότητα και η κεφαλαιοποιημένη περιουσία, αφού δίπλα στην θέση των αυτοκρατόρων και των  στρατηγών όσο ο καπιταλισμός ωριμάζει, δεσπόζουν ονόματα επιχειρηματικών και τραπεζικών ομίλων, πίσω από τα οποία βρίσκονται “τυχαία άτομα” και “αφηρημένη εργασία”.  Αν δούμε παλαιότερες ιστορικές μορφές παραγωγής, θα διακρίνουμε ότι οι συμμετέχοντες στην παραγωγή εμφανίζονταν ως συγκεκριμένα πρόσωπα, και αυτό επειδή οι μεταξύ τους σχέσεις δεν γινόταν αντιληπτές ως σχέσεις πραγμάτων που είχαν παραχθεί για να γίνουν εμπορεύματα, αλλά τα περισσότερα πράγματα που παράγονταν, παράγονταν για την αξία χρήσης τους. Το εμπόριο πριν από την εποχή του καπιταλισμού, όπως και οι εγχρήματες σχέσεις, υπήρχαν μεν, αλλά δεν ήταν σε τέτοιο βαθμό εκτεταμένα ώστε να αγκαλιάζουν όλες τις κοινωνικές μορφές και να κυριαρχούν πάνω σε αυτές. Το εμπόριο πριν από την καπιταλιστική εποχή, δεν έμοιαζε να είναι η εκείνη η δραστηριότητα, γύρω από την οποία να περιστρέφεται το ενδιαφέρον όλου του κόσμου.
Η αφηρημένη μορφή της εργασίας σημαίνει για τους παραγωγούς, ότι κάθε ξεχωριστή ωφέλιμη κοινωνική εργασία μπορεί να ανταλλάσσεται με οποιοδήποτε άλλο είδος ατομικής εργασίας, άσχετα με το τι εργασία είναι. Μέτρο ζυγίσματος, ώστε να μπορέσουν να εκτιμηθούν “ποσοτικά”, οι διαφορετικές στην πραγματικότητα μορφές εργασίας, είναι ο μέσος κοινωνικά αναγκαίος χρόνος εργασίας.[28]
Μας λέει ο Μαρξ στον πρώτο τόμου του κεφαλαίου:
[...] Κοινωνικά αναγκαίος χρόνος εργασίας είναι ο χρόνος εργασίας που απαιτείται για να παραχθεί οποιαδήποτε αξία χρήσης με τους υπάρχοντες κοινωνικά κανονικούς όρους παραγωγής και με τον κοινωνικά μέσο βαθμό επιδεξιότητας και εντατικότητας της εργασίας [...][29]
Άρα δυο εμπορεύματα διαφορετικά μεταξύ τους, επειδή δεν υπάρχει άλλο κοινό μέτρο ώστε να υπολογιστεί η αξία τους γιατί στην πράξη αποτελούν δυο διαφορετικά πράγματα, στέκονται το ένα απέναντι στο άλλο σε σύγκριση με την εργασία που ενσωματώνει το κάθε ένα, υπολογισμένη με βάση τον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο που χρειάστηκε για να παραχθεί.[30]
Παραδείγματος χάριν, ο μέσος κοινωνικά αναγκαίος χρόνος στην παραγωγή μαλλιού, θα προέκυπτε αν παίρναμε συνολικά την παραγωγή μαλλιού σε μια χώρα, και βλέπαμε πόσος χρόνος και εργασία θα σπαταλούταν κατά μέσο όρο για την παραγωγή μιας συγκεκριμένης ποσότητας(πχ 1 κιλό). Στην ουσία όσοι κατάφερναν να παράγουν αυτήν την ποσότητα πιο γρήγορα ή με λιγότερη εργασία, θα είχαν μεγαλύτερο περιθώριο κέρδους στην αγορά, ενώ όσοι παρήγαγαν κάτω από τον μέσο όρο, θα είχαν μικρότερο ποσοστό κέρδους, αφού για ίση ποσότητα εργασίας θα παρήγαγαν λιγότερο προϊόν.[31] Ο μέσος κοινωνικά αναγκαίος χρόνος βέβαια δεν μένει σταθερός, αφού διάφορες αλλαγές και καινοτομίες στην παραγωγική διαδικασία είναι ικανές να μειώσουν τον χρόνο που χρειάζεται για την παραγωγή ενός αγαθού, κάτι που θα είχε ως αποτέλεσμα την μείωση της εμπορευματικής του αξίας. Τέτοιου είδους μεταβολές μπορούν να είναι διαφόρων ειδών, όπως για παράδειγμα ο μέσος βαθμός δεξιοτεχνίας των εργατών, η ανάπτυξη της επιστήμης και της τεχνολογίας, η έκταση και η αποτελεσματικότητα των μέσων παραγωγής,  ενώ συμβάλουν ακόμα και οι φυσικοί όροι μιας και είναι πιο δύσκολο να παράξει κανείς τομάτες τον χειμώνα από ότι το καλοκαίρι.[32]
Αυτός όμως ο μηχανισμός χάρις στον οποίο μπορεί να λειτουργήσει η αγορά, αφαιρεί από τα άτομα το “ειδικό” της εργασίας τους, εξισώνει τις εργασίες τους και τις μετατρέπει σε εμπορευματικές αξίες, φαινομενικά όμοιες μεταξύ τους, με την όποια σύνδεση με τα πρόσωπα που παρήγαγαν το κάθε προϊόν να έχει χαθεί. Έτσι το μόνο που ενδιαφέρει τον κάθε ένα είναι το πόσο από το δικό του εμπόρευμα πρέπει να δώσει, για να μπορέσει να αγοράσει τα εμπορεύματα που του χρειάζονται. Αυτές όλες οι συναλλαγές που λαμβάνουν χώρα στην “αγορά” ή καλύτερα στην “κυκλοφορία”, δίνουν την εντύπωση πως οι άνθρωποι είναι σκλάβοι των προϊόντων, και ότι τα προϊόντα, δηλαδή τα πράγματα αποκτούν μια κοινωνική φύση. Είναι λες και ο άνθρωπος μετατρέπεται σε εργαλείο της “μηχανής” εκείνης που ονομάζεται αγορά, και που έχει ισοπεδώσει όλων των ειδών τις διαφορετικές εργασίες σε μια αφηρημένη μορφή, για να μπορούν τα προϊόντα να έχουν κοινωνική ζωή. Η στην πραγματικότητα έμμεση συσχέτιση πχ του πανιού με το χαρτί, δεν νοείται ως συσχέτιση αυτού που εργάστηκε για να φτιάξει το πανί με αυτόν που εργάστηκε για να φτιάξει το χαρτί, αλλά ως άμεση συσχέτιση του πανιού με το χαρτί, με μέτρο σύγκρισης την εμπορευματική αξία του καθ ενός. Με αυτόν τον τρόπο η ανταλλαγή του πανιού και του χαρτιού γίνεται ο σκοπός και η ανθρώπινη εργασία, δηλαδή ο άνθρωπος, το μέσον.[33] Αυτός ο μηχανισμός δεν μπορεί να αποκωδικοποιηθεί από τους αστούς οικονομολόγους, και έτσι φαίνεται στα μάτια τους λες και η εμπορευματική αξία ενός αντικειμένου, αποτελεί μια δική του, ανεξάρτητη, και όχι κληροδοτημένη από την ανθρώπινη εργασία ιδιότητα που δεν θα είχε κανένα νόημα έξω τον συγκεκριμένο τύπο οικονομίας.[34]
Όταν οι κανόνες της αγοράς κυριαρχήσουν, μοιάζουν στα μάτια των υποκειμένων να έχουν την ισχύ φυσικών νόμων. Έτσι τους είναι δύσκολο να καταλάβουν ότι αποτελούν απλά ιστορικές μορφές που αντιστοιχούν σε συγκεκριμένο τρόπο κατανομής της εργασίας. Στην προσπάθεια να γίνει κατανοητό το περιεχόμενο των μορφών αυτών, οι άνθρωποι εμμένουν στο να υπολογίζουν την αξία κοιτώντας το πως διαμορφώνονται και κυμαίνονται οι τιμές των εμπορευμάτων, με αποτέλεσμα να συσκοτίζεται ακόμη περισσότερο το γεγονός ότι οι τιμές αυτές έχουν τη ρίζα τους στον κοινωνικό χαρακτήρα των ατομικών εργασιών και στις κοινωνικές σχέσεις των ατομικών παραγωγών.[35] Μας λέει ο Μαρξ, πως ακόμα και στις καλύτερες αναλύσεις των κλασικών, όπως αυτή του Ρικάρντο, δεν γίνεται αντιληπτό ότι η ποσοτική διάκριση των εργασιών, προϋποθέτει την ποιοτική τους ενότητα, δηλαδή την αναγωγή τους σε αφηρημένη ανθρώπινη εργασία.[36]
Οι σχέσεις από τις οποίες πηγάζει η εμπορευματική αξία, είναι σχέσεις που ανήκουν σε ένα κοινωνικό σχηματισμό, όπου η διαδικασία της παραγωγής κυριαρχεί πάνω στον άνθρωπο, και όχι ο άνθρωπος πάνω στη διαδικασία της παραγωγής. Αυτές τις σχέσεις οι οικονομολόγοι, δεν τις βλέπουν ως ιστορικές και παροδικές, αλλά σαν φυσικές σχέσεις. Αυτός είναι και ο λόγος που στα μάτια τους, οι προαστικοί παραγωγικοί οργανισμοί είναι καταδικαστέοι, με τον ίδιο τρόπου που είναι καταδικαστέες οι προχριστιανικές θρησκείες στα μάτια των πατέρων της εκκλησίας ως φαντασιώσεις των ανθρώπων και όχι σαν λατρείες του αληθινού θεού. Σαν τους παπάδες, οι οικονομολόγοι χωρίζουν και αυτοί τους θεσμούς σε τεχνητούς και φυσικούς, φυσικούς βαφτίζουν τους θεσμούς της αστικής/καπιταλιστικής εποχής, και τεχνητούς όλους τους προηγούμενους, έτσι είναι το πιο εύκολο πράγμα να διατηρούν στο κεφάλι τους απίστευτες φαντασιώσεις για τις κοινωνικές μορφές που υπήρχαν πριν από τη δική τους εποχή.[37]
Και μιας και αναφερθήκαμε στους προαστικούς παραγωγικούς οργανισμούς, να πούμε ότι καμία άλλη ιστορική εποχή, επειδή όπως είδαμε και παραπάνω οι άνθρωποι συσχετίζονταν άμεσα και αδιαμεσολάβητα ο ένας με τον άλλο, δεν υπήρχε αυτή η στρέβλωση του φετιχισμού του εμπορεύματος.
[...]Ακριβώς όπως η εργασία που παράγει εμπορεύματα, έτσι και η εργασία με τη μορφή της αγγαρείας μετριέται με το χρόνο, ο κάθε δουλοπάροικος όμως ξέρει ότι αυτό που ξοδεύει στην υπηρεσία του αφέντη του είναι μια καθορισμένη ποσότητα της προσωπικής του εργατικής δύναμης. Η Δεκάτη που είναι υποχρεωμένος να πληρώνει στον παπά είναι πιο κατανοητή από την ευλογία του παπά. Επομένως, όπως και αν κρίνει κανείς τις προσωπίδες που φορούν οι άνθρωποι όταν αντικρίζουν εδώ ο ένας τον άλλο, οι κοινωνικές σχέσεις των προσώπων στις εργασίες τους εμφανίζονται πάντως σαν δικές τους προσωπικές σχέσεις και δεν μεταμφιέζονται σε κοινωνικές σχέσεις των πραγμάτων, των προϊόντων της εργασίας[...][38]
Αυτή η αντιστροφή, ή ανάποδη κοινωνικοποίηση που φεύγει από τους ανθρώπους και περνά στα προϊόντα, αναπαράγεται αναγκαία. Ο μέσος κοινωνικός αναγκαίος χρόνος εργασίας, γίνεται κοινωνικός μόνο μέσα στην εμπορευματική κυκλοφορία, και αναγκαίος μόνο αν το προϊόν απορροφηθεί από την αγορά. Το κοινωνικό σώμα στην καπιταλιστική παραγωγή είναι διασπασμένο, διασπασμένο γύρω από δομημένα καπιταλιστικά συμφέροντα, δεν αποφασίζει το ίδιο για τις ανάγκες του, το αν θα ικανοποιηθούν οι ανάγκες του εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις ανάγκες αυτών των δομημένων συμφερόντων,  που μεταξύ τους επικοινωνούν μέσω των προϊόντων στην αγορά. Σκοπός της αγοράς όμως δεν είναι να παράξει αξίες χρήσης, αλλά να δώσει εμπορευματική αξία στα προϊόντα, που εκτός αγοράς είναι απλά αξίες χρήσης. Η εμπορευματική αυτή αξία βέβαια δεν είναι τίποτα περισσότερο από την “φαντασιακή”, αφηρημένη μορφή που παίρνει η συντελεσμένη εργασία που “κρύβουν” μέσα τους όλα τα προϊόντα. Οπότε ο φετιχισμός του εμπορεύματος σε συνθήκες καπιταλισμού είναι μια “ιδέα” που παράγεται με αναγκαίο τρόπο, δεν μπορεί να μην παραχθεί ακριβώς επειδή η καπιταλιστική αγορά δεν μπορεί να λειτουργήσει διαφορετικά. Ακόμα και αν κάποιος μπορεί να αντιληφθεί την αντιστροφή, είναι αναγκασμένος να την αποδεχθεί, διότι στη δεδομένη ιστορική μορφή, αποτελεί κατά κάποιο τρόπο κοινή μορφή επικοινωνίας των υποκειμένων μεταξύ τους, όπως μορφή επικοινωνίας αποτελούσε η αγγαρεία και οι σχέσεις υποτέλειας για τα υποκείμενα στον μεσαίωνα. Ο φετιχισμός δεν αφορά και δεν δεσμεύει μόνο τους εργάτες, δεσμεύει και τους κεφαλαιοκράτες, αφού και εκείνοι είναι απόλυτα εξαρτημένοι από την κυκλοφορία των προϊόντων της ανθρώπινης εργασίας σαν εμπορεύματα. Ακόμα λοιπόν και αν η εργατική τάξη βρίσκεται υποταγμένη κάτω από την ιδεολογική ηγεμονία της αστικής, και οι δύο αυτές τάξεις, εργατική και αστική, βρίσκονται κάτω από την ηγεμονία των αντεστραμμένων ειδώλων που δημιουργεί ο φετιχισμός του εμπορεύματος.

3. Συμπεράσματα

Μπορούμε να πούμε ότι υπάρχουν δύο τρόποι με τους οποίους παράγονται είδωλα. Ο ένας τρόπος είναι αυτός της ιδεολογίας όπως την περιγράφει ο Μαρξ στην Γερμανική Ιδεολογία. Να γίνεται δηλαδή η παραγωγή ψευδών ειδώλων, εργαλείο στα χέρια  μιας τάξης που κυριαρχεί, ή αγωνίζεται να κυριαρχήσει πάνω στις άλλες. Στην περίπτωση αυτή, τα ψευδή είδωλα παράγονται συνειδητά. Ο άλλος τρόπος με τον οποίο παράγονται τα είδωλα είναι ο “αναγκαίος”, αυτός δηλαδή που περνά στη συνείδηση, όχι ως εργαλείο στα χέρια κάποιας τάξης, αλλά επειδή αποτελεί παράγωγο του καταμερισμού της εργασίας που χαρακτηρίζει  κάθε ιστορική εποχή, τέτοιου είδους είδωλο είναι ο φετιχισμός του εμπορεύματος. Ο φετιχισμός δεν υπάρχει επειδή τον δημιούργησαν κάποιοι άνθρωποι(ή μία τάξη ανθρώπων) με σκοπό να επιβάλλουν την κυριαρχία τους, υπάρχει επειδή τον γεννά ο ίδιος ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής με αναγκαίο τρόπο. Η έννοια της ιδεολογίας δεν θα λέγαμε ότι έρχεται σε αντίθεση με την έννοια του φετιχισμού, απλά αποτελεί μια έννοια πιο γενική, που απαντάται σε όλα τα μέχρι σήμερα οργανωμένα κοινωνικό – οικονομικό – πολιτικά συστήματα. Αντίθετα, η έννοια του φετιχισμού αναφέρεται σε κάτι πολύ πιο συγκεκριμένο, μια ιδιότητα της καπιταλιστικής παραγωγής, η οποία αναπαράγει ψευδή, στρεβλά είδωλα, με αναγκαίο τρόπο. Αναγκαία και ψευδή είδωλα βέβαια δεν δημιουργεί μόνο ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής, τέτοια είδωλα, αναγκαίως παραγμένα, είναι σε ένα μεγάλο βαθμό κατά τη γνώμη μου και η αιτία των φαντασιώσεων που εντοπίζει ο Μαρξ στους γερμανούς φιλοσόφους, απλά ο φετιχισμός του εμπορεύματος, ως μηχανισμός παραγωγής ψευδών ειδώλων, είναι ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του καπιταλισμού.
Ο φετιχισμός αποτελεί μια ειδική μορφή αποξένωσης, η οποία εμφανίζεται στον καπιταλισμό, και αποξενώνει τον άνθρωπο από τη φύση του ως κοινωνικό όν, αλλά και από τα προϊόντα της εργασίας του τα οποία του εναντιώνονται απορροφώντας και κλέβοντας του τις ιδιότητες. Οι άνθρωποι στον καπιταλισμό γίνονται “αφηρημένοι άνθρωποι” όπως ακριβώς και η εργασία γίνεται “αφηρημένη εργασία”, για αυτό και ο Μαρξ λέει πως ο Χριστιανισμός, και ιδιαίτερα το προτεσταντικό δόγμα, αποτελεί την κατάλληλη μορφή θρησκείας για μια εμπορευματοποιημένη κοινωνία, ακριβώς επειδή βλέπει και εκείνη τον άνθρωπο ως αφηρημένο άνθρωπο.[39]
Παρόλα αυτά ο Μαρξ αναγνωρίζει ότι οι προϋποθέσεις για να εμφανιστεί ο φετιχισμός, μπορούν να υπάρχουν σε μια υψηλή βαθμίδα κοινωνικής εξέλιξης, που κρύβει μέσα της τις προϋποθέσεις(όπως είναι για παράδειγμα η αφηρημένη εργασία) για το πέρασμα σε μια ακόμα υψηλότερη βαθμίδα. Οι άνθρωποι στην βαθμίδα αυτή, τον κομμουνισμό, θα απελευθερωθούν από τον καταναγκαστικό καταμερισμό της εργασίας που επιβάλει η καπιταλιστική παραγωγή, θα πάψουν να γίνονται αντιληπτοί ο καθένας ως “μέσο άτομο” της τάξης του, και θα αναπτυχθούν ελεύθερα σαν ξεχωριστές προσωπικότητες ελεύθερες να καλλιεργήσουν όλες τους τις ικανότητες από οποιαδήποτε θέση μέσα στην παραγωγή, αφού ο καταμερισμός δεν θα είναι επιβεβλημένος.[40]

Βιβλιογραφία:

- Καρλ Μαρξ, Φρ. Έγκελς, η γερμανική ιδεολογία (τόμος πρώτος), εκδ.  Gutenberg, Αθήνα 1997, μετάφραση – επιμέλεια Κ. Φιλίνη.
- Καρλ Μαρξ, το Κεφάλαιο (τόμος πρώτος), εκδ.  Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2009, μετάφραση Π. Μαυρομμάτης.

[1] Καρλ Μαρξ, Φρ. Έγκελς, η γερμανική ιδεολογία (τόμος πρώτος), εκδ.  Gutenberg, Αθήνα 1997, μετάφραση – επιμέλεια Κ. Φιλίνη, σελ. 61 – 62.  
[2] Στο ίδιο, σελ. 59.
[3] Στο ίδιο, σελ. 67.
[4] Στο ίδιο, σελ. 67 – 68.
[5] Στο ίδιο, σελ. 73.
[6] Στο ίδιο, σελ. 77.
[7] Στο ίδιο, σελ. 83.
[8] Στο ίδιο, σελ. 92.
[9] Στο ίδιο, σελ. 91.
[10] Στο ίδιο, σελ. 89.
[11] Στο ίδιο, σελ. 115.
[12] Στο ίδιο, σελ. 78 – 79.
[13] Στο ίδιο, σελ. 94.
[14] Στο ίδιο, σελ. 95.
[15] Στο ίδιο, σελ. 96 – 97.
[16] Στο ίδιο, σελ. 129.
[17] Στο ίδιο, σελ. 113.
[18] Στο ίδιο, σελ. 121.
[19] Στο ίδιο, σελ. 125.
[20] Στο ίδιο, σελ. 126.
[21] Στο ίδιο, σελ. 126.
[22] Στο ίδιο, σελ. 127.
[23] Καρλ Μαρξ, το Κεφάλαιο (τόμος πρώτος), εκδ.  Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2009, μετάφραση Π. Μαυρομμάτης, σελ. 84 – 85.  
[24] Στο ίδιο, σελ. 85.
[25] Στο ίδιο, σελ. 86 – 87.
[26] Στο ίδιο, σελ. 86.
[27] Στο ίδιο, σελ. 86.
[28] Στο ίδιο, σελ. 87.
[29] Στο ίδιο, σελ. 53.
[30] Στο ίδιο, σελ. 53.
[31] Στο ίδιο, σελ. 54.
[32] Στο ίδιο, σελ. 54.
[33] Στο ίδιο, σελ. 89.
[34] Στο ίδιο, σελ. 96.
[35] Στο ίδιο, σελ. 89.
[36] Στο ίδιο, σελ. 93.
[37] Στο ίδιο, σελ. 94.
[38] Στο ίδιο, σελ. 91.
[39] Στο ίδιο, σελ. 92.
[40] Βέβαια είναι ένα ζήτημα το κατά πόσο μπορεί να επιτευχθεί αυτό στο σημερινό επίπεδο που έχει φτάσει η τεχνολογία η επιστήμη, η εξειδίκευση στη βιομηχανία και στους διάφορους κλάδους της παραγωγής. Είναι κάπως δύσκολο, ακόμα και σε μια κομμουνιστική κοινωνία, με τα όσα γνωρίζουμε σήμερα, να αποφευχθεί η εξειδίκευση, γιατί η γνώση και οι εφαρμογές της είναι τεράστια σε όγκο και αναπόφευκτα κομματιασμένη. Αν όμως υπάρχει υψηλός βαθμός εξειδίκευσης, πως θα αποφευχθεί ο αναγκαίος καταμερισμός;

Λαγωνικάκης Φραγκίσκος(Poexania)

2 σχόλια:

  1. ευχαριστω για το πονημα. γιωργος.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ευχαριστω και σε σενα φιλε γιωργο, διαβαζεται με προσοχη γιατι δεν ειμαι και ο υπερειδικος στον μαρξ, χοντρικα το εχω πιασει παντως.

      Διαγραφή

ΚΑΝΟΝΕΣ ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΥ

Είμαστε ανοιχτοί σε όλα τα σχόλια που προσπαθούν να προσθέσουν κάτι στην πολιτική συζήτηση.

Σχόλια :
Α) με υβριστικό περιεχόμενο ή εμφανώς ερειστική διάθεση
Β) εκτός θέματος ανάρτησης
Γ) με ασυνόδευτα link (spamming)
Δ) χωρίς τουλάχιστον ένα διακριτό ψευδώνυμο
Ε) που δεν σέβονται την ταυτότητα και τον ιδεολογικό προσανατολισμό του blog

ΘΑ ΔΙΑΓΡΑΦΟΝΤΑΙ.

Παρακαλείστε να γράφετε τα σχόλια σας στα Ελληνικά