20 Απριλίου 2013

Cliché Noir (2)



Συνέχεια απο εδώ

Κάθισε στην καρέκλα, την έσυρε λίγο αριστερά για να τη φέρει στο κέντρο του γραφείου. Άφησε δυο τρία δευτερόλεπτα να περάσουν, πάσχιζε να χαλαρώσει. Ήταν φανερό ότι κατέβαλε τεράστια προσπάθεια να πνίξει τα αναφιλητά. Όρθωσες το σώμα σου στην καρέκλα και σφίχτηκες δίνοντας της να καταλάβει ότι είχε την προσοχή σου, η κίνηση σου αυτή της έδωσε κουράγιο να πεί τις πρώτες κουβέντες.

“Χρειάζομαι τη βοήθεια σου…δεν ξέρω αν είσαι ο κατάλληλος, σε παρακαλώ άκουσε με!” η φωνή της έτρεμε.

Άναψε τσιγάρο, έσπρωξες το τασάκι προς το μέρος της, ήταν γεμάτο με μασημένα καλαμάκια που προεξείχαν και σπασμένες οδοντογλυφίδες, πήρε μια βαθιά ρουφηξιά, η καύτρα πύρωσε για ένα δυο δευτερόλεπτα και ύστερα άφησε το Marlboro στην υποδοχή του σταχτοδοχείου.

“Πρόκειται για τον άντρα μου, δεν ήξερα, αλήθεια λέω, δεν ήξερα, δεν ήθελα να ξέρω….”

“Σε παρακαλώ ηρέμησε και εξήγησε μου”, προσπάθησες η φωνή σου να είναι τελείως ψύχραιμη και χαλαρή, όπως ένας χειρούργος μπροστά σε ένα ανοιγμένο στομάχι.

“Κατέβηκα στο υπόγειο, είχε έναν άνδρα εκεί, του είχαν κόψει τα δάχτυλα, εκείνος κουνούσε το κεφάλι του αριστερά και δεξιά, δεν μπορούσε να φωνάξει, τον είχαν φιμωμένο, θεέ μου, έβγαζε μόνο πνιχτούς ήχους. Ο Τζάκ κρατούσε στο χέρι ένα κατσαβίδι και κάθε τόσο του το έχωνε στην παλάμη!”

“Ο Τζάκ είναι ο άντρας σου;”

“Όχι, είναι ο συνεταίρος του, ο άντρας μου βρισκόταν δίπλα και έκανε τις ερωτήσεις, τον είχαν δέσει χειροπόδαρα στην καρέκλα και τον ανέκριναν, τον βασάνιζαν, εκείνος μπορούσε να κάνει μόνο νεύματα με το κεφάλι. Θεέ μου δεν ήξερα, αλήθεια, δεν ανακατευόμουν ποτέ με τις δουλειές του, το φανταζόμουν ότι δεν ήταν νόμιμες όμως δεν περίμενα ότι θα έφτανε ως εκεί.”

“Και τι μπορώ να κάνω εγώ για σένα;”

“Θέλω να εξαφανιστώ, θέλω να πάω κάπου που να μην μπορεί να με βρει, σε παρακαλώ βοήθησε με, έχω χρήματα!”

Καθώς το είπε άνοιξε την τσάντα που κρατούσε στον ώμο και έβγαλε μια χοντρή δεσμίδα με χαρτονομίσματα, την ακούμπησε στο γραφείο.

“Ορίστε, αυτά είναι αρκετά πιστεύω!”

Πρέπει να ήταν τουλάχιστον 20 χιλιάρικα, 7-8 φορές περισσότερα από αυτά που κέρδιζες από μια συνηθισμένη υπόθεση. Εξωτερικά είχες καταφέρει να φαίνεσαι ατάραχος, μέσα σου μια δυνατή φωνή σε προειδοποιούσε να μην μπλεχτείς. Η φωνή της λογικής όμως σύντομα έχασε τη μάχη από το σύνδρομο του Δον Κιχώτη, σου ήταν αδύνατον να της αντισταθείς. Ακούμπησε το τσιγάρο απαλά στα κόκκινα χείλη της και τράβηξε ακόμη μια ρουφηξιά, όχι με τόσο πάθος, τώρα φαινόταν περισσότερο ήρεμη. Είχες ξεχάσει εντελώς τα χρήματα, η καρδιά σου χτυπούσε δυνατά, μια δεσποσύνη ζητούσε τη βοήθεια σου, πως μπορούσες να αρνηθείς, είχες υποχρέωση να τη σώσεις από τα νύχια του τέρατος.

Αν δεν ήταν τόσο όμορφη, τόσο γυναίκα, ίσως είχες καταφέρει να κάνεις πίσω, θα μπορούσες να είχες προστατέψει τον εαυτό σου, όμως έτσι που ήρθαν τα πράγματα δεν είχες άλλη επιλογή από το να γίνεις η ασπίδα της.

“Οκ, τα χρήματα είναι εντάξει”, είπες και άπλωσες το χέρι σου, τα έπιασες και τα έβαλες στο συρτάρι, ήθελες να νομίσει ότι το ενδιαφέρον σου ήταν καθαρά επαγγελματικό, στην πραγματικότητα θα τη βοηθούσες ακόμη και αν δεν είχε να σου δώσει ούτε σέντ.

Σήκωσες το ακουστικό και σχημάτισες τον γνωστό αριθμό στο καντράν, το τηλέφωνο χτύπησε σε ένα πανδοχείο στα προάστια και ξύπνησε τον ρεσεψιονίστ. Ήταν έμπιστο άτομο, για αυτό και χρησιμοποιούσες το συγκεκριμένο πανδοχείο κάθε φορά που έπρεπε να εξαφανίσεις κάποιον, ή να εξαφανιστείς ο ίδιος.

“Γεια σου Αυγουστίνε, εγώ είμαι, θα σου φέρω σε λιγάκι μια φίλη μου, ετοίμασε της δωμάτιο, δεν ξέρω ακόμη για πόσο θα χρειαστεί να μείνει…Οκ, ευχαριστώ, ξεκινάω σε 5″

Κατέβασες το ακουστικό και στράφηκες προς εκείνη. “Θα πάμε σε ένα φίλο, θα μείνεις απόψε εκεί και αύριο που θα έχεις ηρεμήσει θα ξαναμιλήσουμε, μη φοβάσαι θα είσαι ασφαλής, είναι και έξω από την πόλη.”

Σηκώθηκες από την καρέκλα, το ίδιο έκανε και εκείνη, προχωρήσατε προς την πόρτα, στάθηκες στον καλόγερο και φόρεσες το δερμάτινο σακάκι σου και τα γάντια, της άνοιξες την πόρτα και προχώρησε προς τα έξω, την ακολούθησες. Κατεβήκατε τις σκάλες περάσατε την είσοδο, περάσατε το χαλασμένο φανάρι, και περπατήσατε μέχρι το παραδίπλα στενό, φτάσατε στο αμάξι και της άνοιξες την πόρτα του συνοδηγού, εσύ έκατσες πίσω από το τιμόνι και ξεκίνησες την μηχανή. Μερικά δευτερόλεπτα αργότερα η Buick Riviera έστριψε στη γωνία του δρόμου και εξαφανίστηκε.

Λαγωνικάκης Φραγκίσκος(Poexania)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΚΑΝΟΝΕΣ ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΥ

Είμαστε ανοιχτοί σε όλα τα σχόλια που προσπαθούν να προσθέσουν κάτι στην πολιτική συζήτηση.

Σχόλια :
Α) με υβριστικό περιεχόμενο ή εμφανώς ερειστική διάθεση
Β) εκτός θέματος ανάρτησης
Γ) με ασυνόδευτα link (spamming)
Δ) χωρίς τουλάχιστον ένα διακριτό ψευδώνυμο
Ε) που δεν σέβονται την ταυτότητα και τον ιδεολογικό προσανατολισμό του blog

ΘΑ ΔΙΑΓΡΑΦΟΝΤΑΙ.

Παρακαλείστε να γράφετε τα σχόλια σας στα Ελληνικά

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.