28 Ιανουαρίου 2016

Με άρθρο στον «Φ» η Παλαιστίνη ζητά από το Νεοφύτου ν’ ανακαλέσει δηλώσεις του


Λευκωσία: Δυσαρέσκεια και ανησυχία για δηλώσεις του Αβέρωφ Νεοφύτου κατά την πρόσφατη επίσκεψη του στο Ισραήλ εκφράζουν οι Παλαιστίνιοι και όπως γράφει με άρθρο του στον «Φιλελεύθερο» ο πρώην υπουργός Εξωτερικών της Παλαιστίνης, Ναμπίλ Σαάθ, «το γεγονός και μόνο ότι έγινε μια τέτοια δήλωση, και χωρίς μέχρι τώρα να ανακληθεί, είναι ανησυχητικό».

Ο κ. Νεοφύτου, μεταξύ άλλων, είπε ότι «η Κύπρος δε βλέπει πλέον το Ισραήλ ως μια επιθετική χώρα που επιβάλλει τη θέλησή της στους Παλαιστινίους με τη βία, αλλά ως ένα μικρό κράτος που παλεύει για επιβίωση παρά τις αντιξοότητες.» Το άρθρο του κ. Σαάθ, που θεωρείται μήνυμα από το παλαιστιανιακό κράτος, αναφέρεται και στην Ελλάδα κάνοντας αναφορές σε δηλώσεις Ελλαδιτών πολιτικών και σημειώνοντας ότι «οι αλλαγές στα οικονομικά συμφέροντα» δεν πρέπει να ζημιώνουν «βαθιές και πολύτιμες φιλίες».

Κύπρος, Ελλάδα και Παλαιστίνη

Βραχυπρόθεσμα οικονομικά οφέλη δεν πρέπει να ζημιώσουν βαθιές και πολύτιμες φιλίες

Βασισμένη σε κοινές εμπειρίες, μακροπρόθεσμα συμφέροντα και ηθικές αρχές, η σχέση της Παλαιστίνης τόσο με την Κύπρο όσο και την Ελλάδα χρονολογείται από πολύ παλιά. Βραχυπρόθεσμα οικονομικά οφέλη δεν θα πρέπει να ζημιώσουν αυτές τις βαθιές και πολύτιμες φιλίες.

Στη διάρκεια των τελευταίων 70 ετών, η σχέση της Κύπρου με την Παλαιστίνη ήταν μία σχέση στενής φιλίας και πολιτικής συμμαχίας. Και οι δύο είναι πρώην αποικίες της Βρετανίας και υπέφεραν από βρετανικούς χειρισμούς, αφήνοντας πίσω δύο διαιρεμένες πατρίδες. Ο κυπριακός αγώνας για απελευθέρωση και επανένωση βρήκε στενούς σύμμαχους στον αραβικό κόσμο και συγκεκριμένα στην Αίγυπτο. Ο Πρόεδρος της Αιγύπτου Νάσερ και ο Αρχιεπίσκοπος της Κύπρου Μακάριος στάθηκαν ενωμένοι ενάντια στη βρετανική κατοχή. Για τους Παλαιστινίους, οι δύο αυτοί ηγέτες υπήρξαν σύμμαχοι στον δικό τους αγώνα για ελευθερία και ανεξαρτησία. Αίγυπτος, Κύπρος και Παλαιστινιακή Απελευθερωτική Οργάνωση (PLO) προσχώρησαν στο Κίνημα των Αδεσμεύτων (ΝΑΜ).
Θυμάμαι το πρώτο μου ταξίδι στη Λευκωσία το 1965. Μου θύμισε τη γενέτειρα πόλη μου, την Τζάφα.

Οι μυρωδιές του γιασεμιού και του πορτοκαλανθού, καθώς και τα πολύχρωμα λουλούδια, ξύπνησαν όλες τις αναμνήσεις της πόλης που έχασα όταν το Ισραήλ δημιουργήθηκε, το 1948: η χρονιά που εγώ και η πλειονότητα των συμπολιτών μου γίναμε πρόσφυγες.

Ως Παλαιστίνιοι, εναντιωθήκαμε στην τουρκική κατοχή της Βόρειας Κύπρου. Θυμάμαι, υπό την ιδιότητά μου ως υπουργός Εξωτερικών της Παλαιστίνης (1994-2005), πως οι οδηγίες μου ήταν ξεκάθαρες: να υποστηρίξω τη νόμιμη κυβέρνηση της Κύπρου και να εναντιωθώ σε κάθε αναγνώριση ενός σχισματικού κράτους στη Βόρεια Κύπρο, ειδικότερα εντός του Αραβικού Συνδέσμου και του Οργανισμού Ισλαμικής Διάσκεψης (OΙΔ), όπου είχαμε κάποια ηθική και πολιτική επιρροή.

Η φιλία ήταν αμοιβαία. Η Κύπρος αναγνώρισε το κράτος της Παλαιστίνης το 1988 και υποστήριξε τον αγώνα μας για ανεξαρτησία και επιδίωξη της ειρήνης. Η Παλαιστίνη με τη σειρά της υποστήριξε την Κύπρο στην επιδίωξη της ανεξαρτησίας της, της εδαφικής της ακεραιότητας και της ενότητας.

Εμείς οι Παλαιστίνιοι, διατηρούμε παραδοσιακά μια εξίσου δυνατή σχέση και με την Ελλάδα. Μέρος της καταγωγής μας εντοπίζεται στο ελληνικό νησί της Κρήτης. Υψώνουμε την ελληνική σημαία σε όλες τις ορθόδοξες εκκλησίες μας, στις οποίες ανήκουν οι περισσότεροι από τους χριστιανούς μας. Δεν θα λησμονήσουμε ποτέ την εκδήλωση καλωσορίσματος στην Αθήνα, το 1982, μετά από 88 ημέρες ισραηλινών βομβαρδισμών και πολιορκίας της Βηρυτού, που οδήγησαν στον θάνατο χιλιάδων Παλαιστινίων και Λιβανέζων. Ο Πρωθυπουργός Ανδρέας Παπανδρέου ηγείτο της αντιπροσωπείας που υποδέχθηκε τον ιστορικό μας ηγέτη, Γιασέρ Αραφάτ, μόλις αυτός αφίχθη.

Ως υπουργός Εξωτερικών, δούλεψα πολύ σκληρά για να στηρίξω την Ελλάδα στον αραβικό και μουσουλμανικό κόσμο, τόσο οικονομικά όσο και πολιτικά. Ο στενός δεσμός μεταξύ Ανδρέα Παπανδρέου και Γιασέρ Αραφάτ, αλλά και ο δικός μου με τον γιο του Γιώργο, αντανακλά τη μακρά φιλία μεταξύ Παλαιστίνης και Ελλάδας. Και αυτή η σχέση, όπως η σχέση με την Κύπρο, δεν περιοριζόταν σε ένα συγκεκριμένο πολιτικό κόμμα. Ήταν μια φιλία μεταξύ λαών: Ελλήνων, Κύπριων και Παλαιστινίων.

Όταν η Ελλάδα και η Κύπρος έγιναν μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έγιναν δύο από τους πιο στενούς μας συμμάχους εντός ΕΕ, στηρίζοντας την αναζήτηση μιας ειρηνικής πολιτικής λύσης και παίρνοντας το μέρος μας όταν το Ισραήλ παραβίαζε τις δεσμεύσεις του, είτε με το να συνεχίζει να απαλλοτριώνει γη και νερό είτε με το να καταστρέφει τη Λωρίδα της Γάζας είτε με το να μας αρνείται το κράτος το οποίο δεχθήκαμε στο 22% των εδαφών μας. Οι Έλληνες και Κύπριοι σύμμαχοί μας υπερασπίστηκαν τις αρχές και τις δεσμεύσεις που μας φέρνουν κοντά εδώ και 70 χρόνια.

Τελευταίως, και λυπηρώς, οι σχέσεις αυτές έχουν αρχίσει να αλλάζουν.


Μπορεί κανείς να κατανοήσει τη σημασία των οικονομικών και πολιτικών συμφερόντων στη δημιουργία και στις διαφοροποιήσεις πολιτικών συμμαχιών. Στην παρούσα φάση, Κύπρος, Ελλάδα και Ισραήλ συνδέονται λόγω συγκεκριμένων θεμάτων, όπως το φυσικό αέριο, γεωπολιτικές επιδράσεις και οικονομικές δυσκολίες.

Το καταλαβαίνουμε. Όμως, τέτοιου είδους συνδέσεις δεν αφορούν μόνο την Ελλάδα και την Κύπρο. Πολλές άλλες χώρες όπως η Ρωσία, η Κίνα, η Ινδία και χώρες της ΕΕ έχουν αναπτύξει σημαντικές οικονομικές σχέσεις με το Ισραήλ. Κάποιες από αυτές μάλιστα ήταν και ιστορικοί σύμμαχοι του Αραβικού Συνδέσμου και της Παλαιστίνης. Σε κάποιο σημείο μάλιστα νιώθαμε πως η εγγύτητά τους τόσο στην Παλαιστίνη όσο και στο Ισραήλ θα ήταν πλεονέκτημα στη στήριξη της Ειρηνευτικής Διαδικασίας Ισραήλ-Παλαιστίνης.

Ωστόσο, οι βραχυπρόθεσμες αλλαγές στα οικονομικά συμφέροντα και στις πολιτικές θέσεις δεν ακυρώνουν ουσιώδη γεγονότα, όπως το ποιος είναι ο κατακτητής και ποιος είναι ο κατακτημένος στην Ιερή Γη και σε ποια από τις δύο χώρες γίνονται συστάσεις, ακόμη και από τους πιο στενούς συμμάχους της, ώστε να μη γίνει κράτος άπαρτχαιντ (πολιτική φυλετικού διαχωρισμού). Ούτε θα έπρεπε αυτές οι βραχυπρόθεσμες αλλαγές να αλλάξουν τις αξιολογήσεις ισχύος, όπως το ποιος έχει εκτενείς στρατιωτικές και πυρηνικές δυνατότητες ή ποιου τα έσοδα είναι 40 φορές περισσότερα από αυτά του άλλου. Τέλος, δεν θα έπρεπε να ξεχνάμε το ποιος παρέμεινε δεσμευμένος στις συμφωνίες για την ειρήνη και το ποιος τις έχει παραβιάσει. Οι αλλαγές στα οικονομικά συμφέροντα δεν επιφέρουν αλλαγές στο διεθνές δίκαιο ή στην ιερότητα της δικαιοσύνης και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Η Κίνα, η Γαλλία, η Βραζιλία και η Ρωσία έχουν κοινά οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα με το Ισραήλ, ωστόσο η θέση τους όσον αφορά τα δικαιώματα των Παλαιστινίων, και όσον αφορά την αναγκαιότητα του τερματισμού της ισραηλινής κατοχής, δεν έχει αλλάξει. Για την ακρίβεια, ενώ το Ισραήλ συνεχίζει να καταπατεί το διεθνές δίκαιο, τα ψηφίσματα των Ηνωμένων Εθνών και υπογραφείσες συμφωνίες, οι δυνάμεις αυτές παρουσιάζονται πιο έτοιμες να καταδικάσουν τις ισραηλινές πράξεις κατά των Παλαιστινίων και να επιβάλουν κυρώσεις εναντίον του Ισραήλ.

Μας δόθησαν επιβεβαιώσεις από τους ηγέτες της Κύπρου και της Ελλάδας πως οι στενότερές τους σχέσεις με το Ισραήλ δεν θα επηρέαζαν τις δεσμεύσεις τους απέναντι στην Παλαιστίνη, αλλά ούτε και θα επηρέαζαν αρνητικά τις ιστορικές σχέσεις με την Παλαιστίνη ή τον αραβικό και μουσουλμανικό κόσμο. Ο Πρωθυπουργός της Ελλάδας και ο Πρόεδρος της Κύπρου επισκέφθηκαν πρόσφατα την Παλαιστίνη και το Ισραήλ. Αμφότεροι έκαναν δηλώσεις στην Παλαιστίνη, επιβεβαιώνοντας τις ιστορικές αυτές θέσεις. Ο Πρόεδρος Αμπάς εκλήθη να παρακολουθήσει την ψηφοφορία στην Ελληνική Βουλή, που ομόφωνα πρότεινε την αναγνώριση του κράτους της Παλαιστίνης από την ελληνική κυβέρνηση. Η εξήγηση είναι ξεκάθαρη: βουλευτές όλων των ελληνικών κομμάτων, εκπροσωπώντας το σύνολο του ελληνικού λαού, υποστηρίζουν την Παλαιστίνη και τα δικαιώματα των Παλαιστινίων.

Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, είναι πολύ δύσκολο να εξηγήσουμε κάποιες από τις πρόσφατες δηλώσεις και πράξεις των ηγετών των δύο αυτών χωρών.

Στις 12 Ιανουαρίου 2016, ο κ. Αβέρωφ Νεοφύτου, πρόεδρος του ΔΗΣΥ, του κυβερνώντος κεντροδεξιού κόμματος, και πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Εξωτερικών και Ευρωπαϊκών Υποθέσεων, επισκέφθηκε το Ισραήλ και δήλωσε:

«Η Κύπρος δεν βλέπει πλέον το Ισραήλ ως μια επιθετική χώρα που επιβάλλει τη θέλησή της στους Παλαιστινίους με τη βία, αλλά ως ένα μικρό κράτος που παλεύει για επιβίωση παρά τις αντιξοότητες».

Δήλωσε στην ισραηλινή εφημερίδα The Jerusalem Post πως την τελευταία δεκαετία, η χώρα του, που μαζί με την Ελλάδα ήταν κάποτε ανάμεσα στους μεγαλύτερους επικριτές του Ισραήλ στην Ευρώπη, έχει τώρα μια πιο «καθαρή εικόνα» του Ισραήλ:

«Είναι μια χώρα οκτώ εκατομμυρίων που παλεύει για επιβίωση και καλείται να αντιμετωπίσει εκατοντάδες εκατομμύρια μουσουλμάνων και Αράβων, μέρος των οποίων δεν αναγνωρίζει καν το δικαίωμα ύπαρξης ενός εβραϊκού κράτους... Επομένως ποια πλευρά είναι δυνατή και ποια αδύναμη; Ποια πλευρά παλεύει για επιβίωση;».

Με χαρά είδαμε πως το κυπριακό κόμμα αντιπολίτευσης (ΑΚΕΛ) απάντησε άμεσα:
«Ο πρόεδρος του ΔΗΣΥ πρέπει να συνειδητοποιήσει πως η αναζήτηση επωφελών σχέσεων συνεργασίας με όλες τις γείτονες χώρες, συμπεριλαμβανομένου του Ισραήλ, κάτι το οποίο προωθήθηκε ορθώς κατά τη θητεία της προηγούμενης κυβέρνησης, είναι ένα πράγμα και η παραποίηση της Ιστορίας και της πραγματικότητας είναι άλλο...»

Παρόλο που υπήρξε άμεση αντίδραση εντός Κύπρου στη δήλωση Νεοφύτου, το γεγονός και μόνο ότι έγινε μια τέτοια δήλωση, και χωρίς ώς τώρα να ανακληθεί, είναι ανησυχητικό.

Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η προφανώς ολική αλλαγή στη θέση της Ελλάδας και της Κύπρου σχετικά με το μοτίβο ψηφοφορίας και αναζήτησης συμφερόντων από τους εκπροσώπους τους εντός ΕΕ. Στις 17 Ιανουαρίου τ.ε., ο Έλληνας ΥΠΕΞ σχεδόν πέτυχε να τορπιλίσει τα Συμπεράσματα της τελευταίας συνάντησης των ΥΠΕΞ ΕΕ, εμμένοντας στην ισραηλινή εκδοχή διαφόρων κρίσιμων ψηφισμάτων.

Δηλώσεις που αποδόθηκαν σε Έλληνες επισήμους, που ανακοίνωναν την άρνησή τους να εφαρμόσουν τις οδηγίες της ΕΕ σχετικά με τη σήμανση προϊόντων που έχουν παραχθεί ως αποτέλεσμα της εποικιστικής δραστηριότητας του Ισραήλ, ήταν σοκαριστικές, αλλά στο τέλος ανακλήθηκαν. Ελληνικές δηλώσεις που υποστηρίζουν το ισραηλινό επιχείρημα ότι ολόκληρα τα Ιεροσόλυμα είναι η ιστορική πρωτεύουσα του κράτους του Ισραήλ και των Εβραίων, αγνοώντας παντελώς τα παλαιστινιακά δικαιώματα στα Ιεροσόλυμα, ήταν ακόμη πιο σοκαριστικές και δεν έχουν ακόμη ανακληθεί.

Ο παλαιστινιακός λαός περιμένει μια διόρθωση και μια εξήγηση. Δεν επιθυμούμε να εγκαταλείψουμε τη φιλία μας με την Ελλάδα ή την Κύπρο, ούτε θέλουμε να δούμε την απομάκρυνση από την στρατηγική σχέση που ενώνει τις δύο αυτές χώρες με τον αραβικό και μουσουλμανικό κόσμο. Είμαι βέβαιος πως η πλειοψηφία των Ελλήνων και των Κύπριων αισθάνονται το ίδιο για τη σχέση μας.

Παραμένουμε πιστοί σε αυτή την κληρονομιά, και δεν αλλάζουμε τις ηθικές μας δεσμεύσεις και αρχές χάριν μιας προσωρινής αλλαγής στα οικονομικά συμφέροντα. Δεν είμαστε αντίθετοι στο να επιδιώξει η Ελλάδα ή η Κύπρος να αναπτύξουν τα κοινά οικονομικά συμφέροντά τους με το Ισραήλ, αλλά τους καλούμε να παραμείνουν πιστοί στις κοινές μας αρχές. Μακροπρόθεσμα, αυτές οι αρχές είναι οι ακρογωνιαίοι λίθοι πάνω στους οποίους κτίζονται και στηρίζονται η ειρήνη, η σταθερότητα, η ασφάλεια και η οικονομική ευημερία, όχι μόνο στην Ανατολική Μεσόγειο, αλλά σε ολόκληρο τον κόσμο.
___________
* Ο Ναμπίλ Σαάθ διετέλεσε υπουργός Εξωτερικών του κράτους της Παλαιστίνης από το 1994 έως το 2005.
Πηγή: Ο Φιλελεύθερος

Λευκωσία: Δυσαρέσκεια και ανησυχία για δηλώσεις του Αβέρωφ Νεοφύτου κατά την πρόσφατη επίσκεψη του στο Ισραήλ εκφράζουν οι Παλαιστίνιοι και όπως γράφει με άρθρο του στον «Φιλελεύθερο» ο πρώην υπουργός Εξωτερικών της Παλαιστίνης, Ναμπίλ Σαάθ, «το γεγονός και μόνο ότι έγινε μια τέτοια δήλωση, και χωρίς μέχρι τώρα να ανακληθεί, είναι ανησυχητικό».

Ο κ. Νεοφύτου, μεταξύ άλλων, είπε ότι «η Κύπρος δε βλέπει πλέον το Ισραήλ ως μια επιθετική χώρα που επιβάλλει τη θέλησή της στους Παλαιστινίους με τη βία, αλλά ως ένα μικρό κράτος που παλεύει για επιβίωση παρά τις αντιξοότητες.» Το άρθρο του κ. Σαάθ, που θεωρείται μήνυμα από το παλαιστιανιακό κράτος, αναφέρεται και στην Ελλάδα κάνοντας αναφορές σε δηλώσεις Ελλαδιτών πολιτικών και σημειώνοντας ότι «οι αλλαγές στα οικονομικά συμφέροντα» δεν πρέπει να ζημιώνουν «βαθιές και πολύτιμες φιλίες».

Κύπρος, Ελλάδα και Παλαιστίνη

Βραχυπρόθεσμα οικονομικά οφέλη δεν πρέπει να ζημιώσουν βαθιές και πολύτιμες φιλίες

Βασισμένη σε κοινές εμπειρίες, μακροπρόθεσμα συμφέροντα και ηθικές αρχές, η σχέση της Παλαιστίνης τόσο με την Κύπρο όσο και την Ελλάδα χρονολογείται από πολύ παλιά. Βραχυπρόθεσμα οικονομικά οφέλη δεν θα πρέπει να ζημιώσουν αυτές τις βαθιές και πολύτιμες φιλίες.

Στη διάρκεια των τελευταίων 70 ετών, η σχέση της Κύπρου με την Παλαιστίνη ήταν μία σχέση στενής φιλίας και πολιτικής συμμαχίας. Και οι δύο είναι πρώην αποικίες της Βρετανίας και υπέφεραν από βρετανικούς χειρισμούς, αφήνοντας πίσω δύο διαιρεμένες πατρίδες. Ο κυπριακός αγώνας για απελευθέρωση και επανένωση βρήκε στενούς σύμμαχους στον αραβικό κόσμο και συγκεκριμένα στην Αίγυπτο. Ο Πρόεδρος της Αιγύπτου Νάσερ και ο Αρχιεπίσκοπος της Κύπρου Μακάριος στάθηκαν ενωμένοι ενάντια στη βρετανική κατοχή. Για τους Παλαιστινίους, οι δύο αυτοί ηγέτες υπήρξαν σύμμαχοι στον δικό τους αγώνα για ελευθερία και ανεξαρτησία. Αίγυπτος, Κύπρος και Παλαιστινιακή Απελευθερωτική Οργάνωση (PLO) προσχώρησαν στο Κίνημα των Αδεσμεύτων (ΝΑΜ).
Θυμάμαι το πρώτο μου ταξίδι στη Λευκωσία το 1965. Μου θύμισε τη γενέτειρα πόλη μου, την Τζάφα.

Οι μυρωδιές του γιασεμιού και του πορτοκαλανθού, καθώς και τα πολύχρωμα λουλούδια, ξύπνησαν όλες τις αναμνήσεις της πόλης που έχασα όταν το Ισραήλ δημιουργήθηκε, το 1948: η χρονιά που εγώ και η πλειονότητα των συμπολιτών μου γίναμε πρόσφυγες.

Ως Παλαιστίνιοι, εναντιωθήκαμε στην τουρκική κατοχή της Βόρειας Κύπρου. Θυμάμαι, υπό την ιδιότητά μου ως υπουργός Εξωτερικών της Παλαιστίνης (1994-2005), πως οι οδηγίες μου ήταν ξεκάθαρες: να υποστηρίξω τη νόμιμη κυβέρνηση της Κύπρου και να εναντιωθώ σε κάθε αναγνώριση ενός σχισματικού κράτους στη Βόρεια Κύπρο, ειδικότερα εντός του Αραβικού Συνδέσμου και του Οργανισμού Ισλαμικής Διάσκεψης (OΙΔ), όπου είχαμε κάποια ηθική και πολιτική επιρροή.

Η φιλία ήταν αμοιβαία. Η Κύπρος αναγνώρισε το κράτος της Παλαιστίνης το 1988 και υποστήριξε τον αγώνα μας για ανεξαρτησία και επιδίωξη της ειρήνης. Η Παλαιστίνη με τη σειρά της υποστήριξε την Κύπρο στην επιδίωξη της ανεξαρτησίας της, της εδαφικής της ακεραιότητας και της ενότητας.

Εμείς οι Παλαιστίνιοι, διατηρούμε παραδοσιακά μια εξίσου δυνατή σχέση και με την Ελλάδα. Μέρος της καταγωγής μας εντοπίζεται στο ελληνικό νησί της Κρήτης. Υψώνουμε την ελληνική σημαία σε όλες τις ορθόδοξες εκκλησίες μας, στις οποίες ανήκουν οι περισσότεροι από τους χριστιανούς μας. Δεν θα λησμονήσουμε ποτέ την εκδήλωση καλωσορίσματος στην Αθήνα, το 1982, μετά από 88 ημέρες ισραηλινών βομβαρδισμών και πολιορκίας της Βηρυτού, που οδήγησαν στον θάνατο χιλιάδων Παλαιστινίων και Λιβανέζων. Ο Πρωθυπουργός Ανδρέας Παπανδρέου ηγείτο της αντιπροσωπείας που υποδέχθηκε τον ιστορικό μας ηγέτη, Γιασέρ Αραφάτ, μόλις αυτός αφίχθη.

Ως υπουργός Εξωτερικών, δούλεψα πολύ σκληρά για να στηρίξω την Ελλάδα στον αραβικό και μουσουλμανικό κόσμο, τόσο οικονομικά όσο και πολιτικά. Ο στενός δεσμός μεταξύ Ανδρέα Παπανδρέου και Γιασέρ Αραφάτ, αλλά και ο δικός μου με τον γιο του Γιώργο, αντανακλά τη μακρά φιλία μεταξύ Παλαιστίνης και Ελλάδας. Και αυτή η σχέση, όπως η σχέση με την Κύπρο, δεν περιοριζόταν σε ένα συγκεκριμένο πολιτικό κόμμα. Ήταν μια φιλία μεταξύ λαών: Ελλήνων, Κύπριων και Παλαιστινίων.

Όταν η Ελλάδα και η Κύπρος έγιναν μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έγιναν δύο από τους πιο στενούς μας συμμάχους εντός ΕΕ, στηρίζοντας την αναζήτηση μιας ειρηνικής πολιτικής λύσης και παίρνοντας το μέρος μας όταν το Ισραήλ παραβίαζε τις δεσμεύσεις του, είτε με το να συνεχίζει να απαλλοτριώνει γη και νερό είτε με το να καταστρέφει τη Λωρίδα της Γάζας είτε με το να μας αρνείται το κράτος το οποίο δεχθήκαμε στο 22% των εδαφών μας. Οι Έλληνες και Κύπριοι σύμμαχοί μας υπερασπίστηκαν τις αρχές και τις δεσμεύσεις που μας φέρνουν κοντά εδώ και 70 χρόνια.

Τελευταίως, και λυπηρώς, οι σχέσεις αυτές έχουν αρχίσει να αλλάζουν.

Μπορεί κανείς να κατανοήσει τη σημασία των οικονομικών και πολιτικών συμφερόντων στη δημιουργία και στις διαφοροποιήσεις πολιτικών συμμαχιών. Στην παρούσα φάση, Κύπρος, Ελλάδα και Ισραήλ συνδέονται λόγω συγκεκριμένων θεμάτων, όπως το φυσικό αέριο, γεωπολιτικές επιδράσεις και οικονομικές δυσκολίες.

Το καταλαβαίνουμε. Όμως, τέτοιου είδους συνδέσεις δεν αφορούν μόνο την Ελλάδα και την Κύπρο. Πολλές άλλες χώρες όπως η Ρωσία, η Κίνα, η Ινδία και χώρες της ΕΕ έχουν αναπτύξει σημαντικές οικονομικές σχέσεις με το Ισραήλ. Κάποιες από αυτές μάλιστα ήταν και ιστορικοί σύμμαχοι του Αραβικού Συνδέσμου και της Παλαιστίνης. Σε κάποιο σημείο μάλιστα νιώθαμε πως η εγγύτητά τους τόσο στην Παλαιστίνη όσο και στο Ισραήλ θα ήταν πλεονέκτημα στη στήριξη της Ειρηνευτικής Διαδικασίας Ισραήλ-Παλαιστίνης.

Ωστόσο, οι βραχυπρόθεσμες αλλαγές στα οικονομικά συμφέροντα και στις πολιτικές θέσεις δεν ακυρώνουν ουσιώδη γεγονότα, όπως το ποιος είναι ο κατακτητής και ποιος είναι ο κατακτημένος στην Ιερή Γη και σε ποια από τις δύο χώρες γίνονται συστάσεις, ακόμη και από τους πιο στενούς συμμάχους της, ώστε να μη γίνει κράτος άπαρτχαιντ (πολιτική φυλετικού διαχωρισμού). Ούτε θα έπρεπε αυτές οι βραχυπρόθεσμες αλλαγές να αλλάξουν τις αξιολογήσεις ισχύος, όπως το ποιος έχει εκτενείς στρατιωτικές και πυρηνικές δυνατότητες ή ποιου τα έσοδα είναι 40 φορές περισσότερα από αυτά του άλλου. Τέλος, δεν θα έπρεπε να ξεχνάμε το ποιος παρέμεινε δεσμευμένος στις συμφωνίες για την ειρήνη και το ποιος τις έχει παραβιάσει. Οι αλλαγές στα οικονομικά συμφέροντα δεν επιφέρουν αλλαγές στο διεθνές δίκαιο ή στην ιερότητα της δικαιοσύνης και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Η Κίνα, η Γαλλία, η Βραζιλία και η Ρωσία έχουν κοινά οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα με το Ισραήλ, ωστόσο η θέση τους όσον αφορά τα δικαιώματα των Παλαιστινίων, και όσον αφορά την αναγκαιότητα του τερματισμού της ισραηλινής κατοχής, δεν έχει αλλάξει. Για την ακρίβεια, ενώ το Ισραήλ συνεχίζει να καταπατεί το διεθνές δίκαιο, τα ψηφίσματα των Ηνωμένων Εθνών και υπογραφείσες συμφωνίες, οι δυνάμεις αυτές παρουσιάζονται πιο έτοιμες να καταδικάσουν τις ισραηλινές πράξεις κατά των Παλαιστινίων και να επιβάλουν κυρώσεις εναντίον του Ισραήλ.

Μας δόθησαν επιβεβαιώσεις από τους ηγέτες της Κύπρου και της Ελλάδας πως οι στενότερές τους σχέσεις με το Ισραήλ δεν θα επηρέαζαν τις δεσμεύσεις τους απέναντι στην Παλαιστίνη, αλλά ούτε και θα επηρέαζαν αρνητικά τις ιστορικές σχέσεις με την Παλαιστίνη ή τον αραβικό και μουσουλμανικό κόσμο. Ο Πρωθυπουργός της Ελλάδας και ο Πρόεδρος της Κύπρου επισκέφθηκαν πρόσφατα την Παλαιστίνη και το Ισραήλ. Αμφότεροι έκαναν δηλώσεις στην Παλαιστίνη, επιβεβαιώνοντας τις ιστορικές αυτές θέσεις. Ο Πρόεδρος Αμπάς εκλήθη να παρακολουθήσει την ψηφοφορία στην Ελληνική Βουλή, που ομόφωνα πρότεινε την αναγνώριση του κράτους της Παλαιστίνης από την ελληνική κυβέρνηση. Η εξήγηση είναι ξεκάθαρη: βουλευτές όλων των ελληνικών κομμάτων, εκπροσωπώντας το σύνολο του ελληνικού λαού, υποστηρίζουν την Παλαιστίνη και τα δικαιώματα των Παλαιστινίων.

Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, είναι πολύ δύσκολο να εξηγήσουμε κάποιες από τις πρόσφατες δηλώσεις και πράξεις των ηγετών των δύο αυτών χωρών.

Στις 12 Ιανουαρίου 2016, ο κ. Αβέρωφ Νεοφύτου, πρόεδρος του ΔΗΣΥ, του κυβερνώντος κεντροδεξιού κόμματος, και πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Εξωτερικών και Ευρωπαϊκών Υποθέσεων, επισκέφθηκε το Ισραήλ και δήλωσε:

«Η Κύπρος δεν βλέπει πλέον το Ισραήλ ως μια επιθετική χώρα που επιβάλλει τη θέλησή της στους Παλαιστινίους με τη βία, αλλά ως ένα μικρό κράτος που παλεύει για επιβίωση παρά τις αντιξοότητες».
Δήλωσε στην ισραηλινή εφημερίδα The Jerusalem Post πως την τελευταία δεκαετία, η χώρα του, που μαζί με την Ελλάδα ήταν κάποτε ανάμεσα στους μεγαλύτερους επικριτές του Ισραήλ στην Ευρώπη, έχει τώρα μια πιο «καθαρή εικόνα» του Ισραήλ:

«Είναι μια χώρα οκτώ εκατομμυρίων που παλεύει για επιβίωση και καλείται να αντιμετωπίσει εκατοντάδες εκατομμύρια μουσουλμάνων και Αράβων, μέρος των οποίων δεν αναγνωρίζει καν το δικαίωμα ύπαρξης ενός εβραϊκού κράτους... Επομένως ποια πλευρά είναι δυνατή και ποια αδύναμη; Ποια πλευρά παλεύει για επιβίωση;».

Με χαρά είδαμε πως το κυπριακό κόμμα αντιπολίτευσης (ΑΚΕΛ) απάντησε άμεσα:
«Ο πρόεδρος του ΔΗΣΥ πρέπει να συνειδητοποιήσει πως η αναζήτηση επωφελών σχέσεων συνεργασίας με όλες τις γείτονες χώρες, συμπεριλαμβανομένου του Ισραήλ, κάτι το οποίο προωθήθηκε ορθώς κατά τη θητεία της προηγούμενης κυβέρνησης, είναι ένα πράγμα και η παραποίηση της Ιστορίας και της πραγματικότητας είναι άλλο...»

Παρόλο που υπήρξε άμεση αντίδραση εντός Κύπρου στη δήλωση Νεοφύτου, το γεγονός και μόνο ότι έγινε μια τέτοια δήλωση, και χωρίς ώς τώρα να ανακληθεί, είναι ανησυχητικό.

Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η προφανώς ολική αλλαγή στη θέση της Ελλάδας και της Κύπρου σχετικά με το μοτίβο ψηφοφορίας και αναζήτησης συμφερόντων από τους εκπροσώπους τους εντός ΕΕ. Στις 17 Ιανουαρίου τ.ε., ο Έλληνας ΥΠΕΞ σχεδόν πέτυχε να τορπιλίσει τα Συμπεράσματα της τελευταίας συνάντησης των ΥΠΕΞ ΕΕ, εμμένοντας στην ισραηλινή εκδοχή διαφόρων κρίσιμων ψηφισμάτων.

Δηλώσεις που αποδόθηκαν σε Έλληνες επισήμους, που ανακοίνωναν την άρνησή τους να εφαρμόσουν τις οδηγίες της ΕΕ σχετικά με τη σήμανση προϊόντων που έχουν παραχθεί ως αποτέλεσμα της εποικιστικής δραστηριότητας του Ισραήλ, ήταν σοκαριστικές, αλλά στο τέλος ανακλήθηκαν. Ελληνικές δηλώσεις που υποστηρίζουν το ισραηλινό επιχείρημα ότι ολόκληρα τα Ιεροσόλυμα είναι η ιστορική πρωτεύουσα του κράτους του Ισραήλ και των Εβραίων, αγνοώντας παντελώς τα παλαιστινιακά δικαιώματα στα Ιεροσόλυμα, ήταν ακόμη πιο σοκαριστικές και δεν έχουν ακόμη ανακληθεί.

Ο παλαιστινιακός λαός περιμένει μια διόρθωση και μια εξήγηση. Δεν επιθυμούμε να εγκαταλείψουμε τη φιλία μας με την Ελλάδα ή την Κύπρο, ούτε θέλουμε να δούμε την απομάκρυνση από την στρατηγική σχέση που ενώνει τις δύο αυτές χώρες με τον αραβικό και μουσουλμανικό κόσμο. Είμαι βέβαιος πως η πλειοψηφία των Ελλήνων και των Κύπριων αισθάνονται το ίδιο για τη σχέση μας.

Παραμένουμε πιστοί σε αυτή την κληρονομιά, και δεν αλλάζουμε τις ηθικές μας δεσμεύσεις και αρχές χάριν μιας προσωρινής αλλαγής στα οικονομικά συμφέροντα. Δεν είμαστε αντίθετοι στο να επιδιώξει η Ελλάδα ή η Κύπρος να αναπτύξουν τα κοινά οικονομικά συμφέροντά τους με το Ισραήλ, αλλά τους καλούμε να παραμείνουν πιστοί στις κοινές μας αρχές. Μακροπρόθεσμα, αυτές οι αρχές είναι οι ακρογωνιαίοι λίθοι πάνω στους οποίους κτίζονται και στηρίζονται η ειρήνη, η σταθερότητα, η ασφάλεια και η οικονομική ευημερία, όχι μόνο στην Ανατολική Μεσόγειο, αλλά σε ολόκληρο τον κόσμο.

* Ο Ναμπίλ Σαάθ διετέλεσε υπουργός Εξωτερικών του κράτους της Παλαιστίνης από το 1994 έως το 2005.

Πηγή: Ο Φιλελεύθερος - See more at: http://www.philenews.com/el-gr/eidiseis-politiki/39/296350/i-palaistini-zita-apo-averof-n-anakalesei-diloseis-tou#sthash.1axYmSot.dpuf

1 σχόλιο:

  1. E μα τώρα τι πράματα είναι αυτά!
    Πρώτων οι Παλαιστίνιοι δεν έχουν λεφτά για επενδύσεις, και δεύτερον, ε δεν είναι και τόσο της μόδας η υπεράσπιση του Παλαιστινιακού λαού... Έχει και κρίση... Άσε!

    Κώστας

    ΑπάντησηΔιαγραφή

ΚΑΝΟΝΕΣ ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΥ

Είμαστε ανοιχτοί σε όλα τα σχόλια που προσπαθούν να προσθέσουν κάτι στην πολιτική συζήτηση.

Σχόλια :
Α) με υβριστικό περιεχόμενο ή εμφανώς ερειστική διάθεση
Β) εκτός θέματος ανάρτησης
Γ) με ασυνόδευτα link (spamming)
Δ) χωρίς τουλάχιστον ένα διακριτό ψευδώνυμο
Ε) που δεν σέβονται την ταυτότητα και τον ιδεολογικό προσανατολισμό του blog

ΘΑ ΔΙΑΓΡΑΦΟΝΤΑΙ.

Παρακαλείστε να γράφετε τα σχόλια σας στα Ελληνικά