Το παρακάτω δημοσίευμα είναι μια προφορική αφήγηση του παππού μου που καταγράφτηκε και δημοσιέυθηκε στην τοπική εφημερίδα "Αλήθεια"(ημερομηνία δεν θυμάμαι διότι έχω χάσει από καιρό τα πρωτότυπα φύλλα).
«Γεννήθηκα στον Αλίκαμπο του
Αποκόρωνα πριν 80 χρόνια. Φτωχή αγροτική οικογένεια, βασανισμένη ζωή,
στενοχώριες, λέγαμε το ψωμί-ψωμάκι. Λίγη η περιουσία μας. Από παιδί βοηθούσα
στις δουλειές, έβοσκα τις κατσίκες και τα μαρθιά μας, ξυπόλητος, τα παπούτσια ήταν
πολυτέλεια στο χωριό. Θάμουν δεκάξη χρονών όταν ο πατέρας μου με πήρε στου
Βάμου και μου αγόρασε τα πρώτα στιβανάκια.
Στο σχολείο πήγαινα αραιά και
που, δεν τελείωσα το δημοτικό θες τα μαρθιά που έπρεπε να τα βγάλω πρωί-πρωί,
θες ο δάσκαλος με τη βέργα που δε χωράτευε. Το είχα πάρει από φόβο το σχολείο.
Πρώτη φορά που άκουσα για
κουμμουνισμό ήταν στο χωριό μας. Δύο χωριανοί, ο ένας ακροσυγγενής, μας έλεγαν
πως είναι κομμουνιστές, πως το κομμουνιστικό κόμμα είναι το κόμμα της
φτωχολογιάς, πως πρέπει να μοιράσουμε τις περιουσίες μας, νάχει ο καθένας τη
δική του, να μη μαλώνουμε οι άνθρωποι. Έλεγαν και άλλα πολλά. Μα ποιος τους
άκουγε.
Αργότερα που πήγα στο στρατό
έμαθα περισσότερα πράγματα. Μας έκαναν θεωρίες και μας έλεγαν πως η Ελλάδα έχει
πολλούς εχθρούς. Ένα στο εσωτερικό τους κομμουνιστές και στο εξωτερικό τους
Ρώσους, Βούλγαρους και τους Τούρκους. Πως οι κομμουνιστές είναι άθεοι, θέλουν
να χαλάσουν τις εκκλησίες και άλλα. Κανείς στρατιώτης δεν απαντούσε, είμαστε
κουμπωμένοι, με το παραμικρό πέφτανε καμπάνες.
Όταν απολύθηκα γύρισα στο χωριό.
Ίδια κακορίζικη ζωή, δουλειές στο σπίτι, μεροκάματα όπου έβρισκα, φτώχεια,
πείνα, στενοχώριες. Αποφάσισα να μπω στα Χανιά, ψάχνοντας για καλύτερη ζωή. Στην
αρχή δούλευα μεροκάματο στις οικοδομές και στους λαχανόκηπους της Ν. Χώρας,
κάποτε βρήκα ένα καφενεδάκι στην παραλία, το νοίκιασα βρήκα και ένα δωμάτιο
κοντά, εγκαταστάθηκα.
Εκεί στο ίδιο μέρος στο λιμανάκι
έζησα τη βασανισμένη ζωή μου, έκαμα οικογένεια, φίλους, και συντρόφους, εκεί
βρίσκομαι ακόμα. Εκεί έγινα κομμουνιστής.
Όπως ήταν παράμερο και εξοχικό
, το
βρήκαν βολικό οι κομμουνιστές της γειτονιάς και το έκαναν στέκι.
Ταχτικοί πελάτες ήταν ο, Δημήτρης
Βεστάκης, ο Παντελής Γιαπιτζάκης, ο Μιχάλης Μαρινάκης, ο Φώτης Γεωργουδάκης, ο
Σήφης Θωμαδάκης, εργάτες όλοι. Ο Χρήστος Δαρατσάκης, κουρέας. Αργότερα ήρθαν και
άλλοι όπως ο Γιώργης Φεραρόλης, ο Μάρκος Ρενιέρης, ο Χναράς, ο Κώστας Τζάκος, ο
Βαγγέλης Κτιστάκης και πολλοί άλλοι, οι περισσότεροι μακαρίτες, άλλοι στον
αγώνα άλλοι στην ώρα τους.
Το ιστορικό καφενείο του παππού μου στη εργατοσυνοικία της Νέας Χώρας, γνωστή παλιά και ως "μικρή Μόσχα" εξαιτίας των πολλών κομμουνιστών που ζούσαν εκεί.
Αποφάσισα και μπήκα στο κόμμα.
Νουνός μου ήταν ο Δημήτρης Βεστάκης, είχαμε ιδιαίτερη φιλία, αυτός με έβαλε στο
κόμμα.
Είχαμε
χωριστεί σε ομάδες (πυρήνες). Οι πρώτοι αποτελέσαμε τον πυρήνα της Ν. Χώρας,
ήταν οι Χρήστος Δαρατσάκης, Δημήτρης Βεστάκης, Γιάννης Πεντάρης, Γιώργης
Νταγκούνης, Λυκούργος Καλαμάτας, Μάρκος Μπούζης, Μιχάλης Μαριανάκης, Σήφης
Θωμαδάκης, Σταμάτης Λουκάκης, Νικόλας Ειρηνάκης και άλλοι που δεν θυμάμαι τώρα.
Συνεδριάζαμε πότε στο μαγαζί μου, πότε στα βράχια απέναντι ή στο Λαζαρέτο, πότε
στον Κλαδισό, στις πλατανομουριές. Πάντα με προφυλάξεις, να μη μας πάρουν
χαμπάρι οι χαφιέδες.
Κατά
διαστήματα μας έστελναν από την Αθήνα τον «Ριζοσπάστη», τον κυκλοφορούσαμε από
χέρι σε χέρι, ήταν μεγάλη η χαρά μας. Πολλές φορές κυκλοφορούσαμε προκηρύξεις που
μας έστελναν από την Αθήνα ή που βγάζαμε εδώ στον πολύγραφο. Μια φορά, μαζί με
τον Πεντάρη, τον Μάρκο Μπουζάκη και τον Μιχάλη Μπατό, βγήκαμε τη νύχτα και
μοιράζαμε προκηρύξεις. Ένας χωροφύλακας με βρήκε μεσάνυχτα στην παραλία, όπου
είχαμε τον κρυψώνα μας για τα έντυπα. Του απάντησα ότι με πονούσε το δόντι μου,
δε μπορούσα να κοιμηθώ και βγήκα βόλτα. Του έδειξα το σπίτι μου απέναντι. Μου
έκανε έρευνα, δε βρήκε τίποτα και έφυγε.